Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Πρώτες σκέψεις μετά τις εκλογές

Λογαριάζοντας την ήττα μας στα μετόπισθεν ενώ ο μεγάλος πόλεμος μαίνεται στα χαρακώματα, θα ήθελα να συνομιλήσουμε πάνω στη σύντομη ιστορία των εκλογών, ξεκινώντας από τα ταπεινά μας βήματα στην ομίχλη του δυσοίωνου Σεπτέμβρη και των δύο μηνών που προηγήθηκαν, για να φτάσουμε ύστερα σε όσα ερμηνεύουν η «κοινοτοπία του κακού» και η υπεροπλία των αντιπάλων μας.
Το κοι­νο­βου­λευ­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα, το κοι­νο­βου­λευ­τι­κό ΟΧΙ,
η Λαϊκή Ενό­τη­τα
Μας έκλε­ψαν το χρόνο, λέμε όλοι για να ερ­μη­νεύ­σου­με μια αιτία του απο­τε­λέ­σμα­τος. Ναι, αλλά ο χρό­νος είναι πάντα στη δι­καιο­δο­σία της εξου­σί­ας που αιφ­νι­διά­ζει με στρα­τη­γι­κές πο­λέ­μου, εν προ­κει­μέ­νω εκλο­γές, με σκοπό να δια­λυ­θεί το αντι­μνη­μο­νια­κό στρα­τό­πε­δο και να προ­κύ­ψει μνη­μο­νια­κή κυ­βέρ­νη­ση.
Το βα­θύ­τε­ρο τραύ­μα όσων πήραν μέρος στους κοι­νω­νι­κούς αγώ­νες και τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έχει διάρ­κεια, δεν μπο­ρού­σε να κλεί­σει με σύ­ντο­μη αντι­βί­ω­ση αγω­νι­στι­κής συ­νέ­χειας. Το ερώ­τη­μα είναι, όμως, γιατί οι ορ­γα­νω­μέ­νες τά­σεις και τα ενερ­γά μέλη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, που δεν συμ­με­τεί­χαν στην αδή­λω­τη στρα­τη­γι­κή του προ­ε­δρι­κού κέ­ντρου, δεν έβλε­παν ή δεν ήθε­λαν να βλέ­πουν ότι η σύ­γκρου­ση με τους «θε­σμούς» ήταν αδύ­να­τον να συμ­βεί, τόσο γιατί δεν εί­χα­με και δεν χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με κα­νέ­να εφό­διο όσο και γιατί δεν απο­τε­λού­σε επι­λο­γή.
Τα ΟΧΙ των βου­λευ­τών/τριων έσπα­σαν την αδια­νό­η­τη, ακόμα και για τους πιο υπο­ψια­σμέ­νους, τα­χύ­τα­τη με­τάλ­λα­ξη του βου­λευ­τι­κού σώ­μα­τος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, το οποίο ανέ­λα­βε, χωρίς αιδώ, να δια­με­σο­λα­βή­σει στο λαό την υπο­χρέ­ω­ση να πει­θαρ­χή­σει στην αυ­το­κα­τα­στρο­φή του. Αν δεν είχαν υπάρ­ξει τα ΟΧΙ της βου­λής και τα ΟΧΙ που συ­νό­δευ­σαν τις μα­ζι­κές απο­χω­ρή­σεις χι­λιά­δων μελών του κόμ­μα­τος, θα πι­στεύ­α­με, δι­καί­ως, ότι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ήταν ένα αδεια­νό που­κά­μι­σο που χά­θη­κε στον αδυ­σώ­πη­το χρόνο της ιστο­ρί­ας για να υπάρ­ξει η με­τω­νυ­μία του με την παλιά διεύ­θυν­ση και απο­λύ­τως νέα ταυ­τό­τη­τα. Το σύ­ντο­μο, λοι­πόν, κα­λο­καί­ρι της επι­κύ­ρω­σης του τρί­του μνη­μο­νί­ου διέ­λυ­σε μεν τις αυ­τα­πά­τες αλλά τί­πο­τε δεν τις δι­καιο­λο­γεί. Δυ­στυ­χώς, αυτή η ψυ­χο­λο­γί­ζου­σα λέξη πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­σκο­τί­ζει παρά απο­κα­λύ­πτει το βάθος των πραγ­μά­των. Πρέ­πει να σκε­φτού­με ανα­δρο­μι­κά τόσο τις συλ­λο­γι­κές όσο και τις ατο­μι­κές δια­δρο­μές που έχου­με δια­νύ­σει.
Όταν, λοι­πόν, μας πιά­νουν στον ύπνο, το σοκ του αιφ­νι­δια­σμού μπο­ρεί να είναι λυ­τρω­τι­κό. Που ση­μαί­νει ότι ίσως μπο­ρού­σα­με να γρά­ψου­με κι εμείς, συ­μπυ­κνώ­νο­ντας τον πο­λι­τι­κό χρόνο όπως έκα­ναν οι αντί­πα­λοί μας, ορι­σμέ­νες ρι­ζι­κές πρά­ξεις, οι οποί­ες να προ­οιω­νί­ζο­νται τη νέα εποχή της αντί­στα­σης και το νέο εγ­χεί­ρη­μα της Λαϊ­κής Ενό­τη­τας. Δυ­στυ­χώς, αρ­χι­κά κυ­ριάρ­χη­σε η συ­νή­θεια, η οποία, όπως λέμε, σκο­τώ­νει. Είμαι η τε­λευ­ταία που θα μη­δε­νί­σει τις αφό­ρη­τες πιέ­σεις από τα χι­λιά­δες πρα­κτι­κά προ­βλή­μα­τα που αντι­με­τω­πί­ζα­με κα­θη­με­ρι­νά. Δεν εμπό­δι­σαν, όμως, αυτά ένα γεν­ναιό­δω­ρο προ­σκλη­τή­ριο και μια κα­τα­κλυ­σμι­κή πα­ρου­σία όπου εί­χα­με βήμα –στις συ­νε­λεύ­σεις, στο δρόμο, στους χώ­ρους ερ­γα­σί­ας, στα μέσα μα­ζι­κής επι­κοι­νω­νί­ας και κοι­νω­νι­κής δι­κτύ­ω­σης– όλων όσων ήθε­λαν να πά­ρουν μέρος στην ιδρυ­τι­κή πράξη της κοι­νής προ­σπά­θειας, ανά­λο­γα πάντα με τις ιδιαί­τε­ρες ικα­νό­τη­τες/δε­ξιό­τη­τες κα­θε­νός και κα­θε­μιάς. Η Λαϊκή Ενό­τη­τα ξε­κί­νη­σε μεν βια­στι­κά αλλά αυτοί που πήραν την πρω­το­βου­λία λει­τούρ­γη­σαν όπως έπρατ­ταν πάντα, ως εάν επρό­κει­το το νέο κοινό εγ­χεί­ρη­μα να απο­τε­λέ­σει συ­νέ­χεια του εαυ­τού τους.
Τα βα­σι­κά ση­μεία της εκλο­γι­κής μας πα­ρου­σί­ας δεν επι­κοι­νω­νού­σαν όλα, λόγω και του τρό­που εκ­φώ­νη­σής τους, με το κοι­νω­νι­κό σώμα που δια­κα­τεί­χε ο φόβος μιας μελ­λο­ντι­κής άτα­κτης εξό­δου από την Ευ­ρω­ζώ­νη και η επι­θυ­μία να συ­ντη­ρή­σουν τα ελά­χι­στα κε­κτη­μέ­να, με προ­σκόλ­λη­ση στο θε­ω­ρού­με­νο κα­λύ­τε­ρο δια­χει­ρι­στή της συμ­φω­νί­ας, δη­λα­δή τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.
Απ’ όσο ήδη φαί­νε­ται, το εκλο­γι­κό σώμα, που τί­θε­ται στα­δια­κά από το πρώτο μνη­μό­νιο στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο, δεν πε­ρι­μέ­νει τί­πο­τα από τις εκλο­γές και πυ­κνώ­νει τις γραμ­μές των 1.500.000 ψη­φο­φό­ρων οι οποί­οι ήδη από το 2010 δεν ασκούν το εκλο­γι­κό τους δι­καί­ω­μα. Κατ’ ανα­λο­γί­αν, από τις εκλο­γές του Ια­νουα­ρί­ου μέχρι τις ση­με­ρι­νές απο­μα­κρύν­θη­καν από την κάλπη 720.000 ψη­φο­φό­ροι. Η πρό­σφα­τη αποχή απο­τέ­λε­σε όχι μόνο έκ­φρα­ση πα­ραί­τη­σης αλλά και πράξη απο­δο­κι­μα­σί­ας του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος συλ­λή­βδην ή/και του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για τη με­τάλ­λα­ξή του. Όσον αφορά την αποχή, έχω ένα σχό­λιο για τους αρι­στε­ρούς αντι­μνη­μο­νια­κούς πο­λί­τες οι οποί­οι προ­τί­μη­σαν να εκ­φρα­στούν αυ­θε­ντι­κά από το να μας επι­τρέ­ψουν με τη στή­ρι­ξή τους να συ­νε­χί­σου­με, έχο­ντας και πα­ρου­σία στη βουλή, τον κοινό αγώνα.
Όλ’ αυτά είναι πολύ πρό­χει­ρα και επι­μέ­ρους. Χρειά­ζε­ται να τε­θούν πε­ρισ­σό­τε­ρα ζη­τή­μα­τα και να γειω­θούν στα κοι­νω­νι­κά και ιδε­ο­λο­γι­κά συμ­φρα­ζό­με­να.
Το μέλ­λον μας διαρ­κεί πολύ και θα το ορί­σου­με συλ­λο­γι­κά
Έχου­με μια ήττα αλλά δεν χά­σα­με τον πό­λε­μο, είπαν οι εκ­πρό­σω­ποι της Λαϊ­κής Ενό­τη­τας το βράδυ των εκλο­γών, εκ­φρά­ζο­ντας, πι­στεύω, όλους μας. Πρέ­πει πρώτα απ’ όλα να έχεις φλόγα ψυχής για να ψά­ξεις το δρόμο, όταν αυτός ο δρό­μος δεν είναι δε­δο­μέ­νος. Ο αυ­τό­μα­τος πι­λό­τος τού κά­νου­με αυτά που κά­να­με πάντα μπο­ρεί να πι­στο­ποιεί στρά­τευ­ση αλλά δεν οδη­γεί σωστά. Τα ερω­τή­μα­τα που έθετε και προ­ε­κλο­γι­κά, ρητά ή άρ­ρη­τα, η κοι­νω­νία είναι αμεί­λι­κτα. Μπο­ρεί η κα­τα­στρο­φι­κή πο­ρεία της χώρας, η λε­η­λα­σία της ζωής των λαϊ­κών τά­ξε­ων, η υφαρ­πα­γή της δη­μό­σιας πε­ριου­σί­ας και η δη­μο­κρα­τία σε γύψο –τώρα σε υπε­ρυ­πουρ­γείο των δα­νει­στών– να ανα­τρα­πούν; Πώς αυτό το λαϊκό, κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό μέ­τω­πο, που δια­κη­ρύσ­σει η Λαϊκή Ενό­τη­τα, θα συμ­βά­λει ώστε να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν τα πα­ρα­πά­νω; Πώς, μετά την απο­τυ­χία ή «προ­δο­σία» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, μπο­ρού­με να θέ­σου­με έναν ανά­λο­γο στόχο, αυτήν τη φορά με όπλο την έξοδο από την Ευ­ρω­ζώ­νη;
Η αλή­θεια είναι ότι ο λαϊ­κός κό­σμος έχει χάσει την αυ­το­πε­ποί­θη­σή του ή την κρυφή ελ­πί­δα ότι το μα­γι­κό ραβδί της ψήφου με­τα­μορ­φώ­νει τον κόσμο. Άλ­λω­στε, έχει να πα­λέ­ψει με θεούς και δαί­μο­νες της κα­θη­με­ρι­νής βιο­πά­λης. Η θέση ότι όσο πιο πολύ κα­τα­στρέ­φο­νται οι άν­θρω­ποι τόσο πιο πολύ επα­να­στα­τούν δεν επα­λη­θεύ­ε­ται, του­λά­χι­στον στην Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση και την ευ­ρω­παϊ­κή ήπει­ρο. Χρειά­ζε­ται σχέ­διο που θα επι­στρα­τεύ­ει και θα δη­μιουρ­γεί­ται από ζω­ντα­νές κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις. Χρειά­ζο­νται απα­ντή­σεις σε δύ­σκο­λα ερω­τή­μα­τα, όχι εύ­κο­λη ρη­το­ρι­κή με πλατ­φόρ­μες που δη­μιουρ­γού­νται από κο­πτο­ρα­πτι­κή λέ­ξε­ων. Χρειά­ζο­νται κοι­νω­νι­κές συν­θέ­σεις και κοι­νω­νι­κές συ­γκρού­σεις. Λαϊκά μέ­τω­πα στην Ελ­λά­δα, αλ­λη­λέγ­γυα μέ­τω­πα στην Ευ­ρώ­πη και τον κόσμο.
Πρώτα απ’ όλα πρέ­πει να αλ­λά­ξου­με εμείς οι ίδιοι. Από άθροι­σμα μι­κρών ορ­γα­νώ­σε­ων, που με­τρούν την κάθε λέξη και την κάθε κί­νη­ση, πρέ­πει να με­τα­μορ­φω­θούν σ’ ένα με­γά­λο πο­λι­τι­κό και ιδε­ο­λο­γι­κό ρεύμα, με ανα­στο­χα­σμό πάνω σε ιστο­ρι­κά και σύγ­χρο­να πα­ρα­δείγ­μα­τα.
Χρειά­ζε­ται η δη­μο­κρα­τία να γίνει ο κα­νό­νας της συλ­λο­γι­κής, κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής μας ύπαρ­ξης. Αν επα­να­φέ­ρου­με στην ιστο­ρι­κή μνήμη τα με­γά­λα επα­να­στα­τι­κά εγ­χει­ρή­μα­τα των λαών και τις ιστο­ρι­κές αλ­λα­γές του κό­σμου, θα ξα­να­βρού­με τον κόκ­κι­νο σκού­φο της δη­μο­κρα­τί­ας μαζί με τον λευκό χι­τώ­να της ελευ­θε­ρί­ας που οδη­γεί τον λαό στα οδο­φράγ­μα­τα. Αυτές οι με­γά­λες ιδέες, που λε­η­λά­τη­σαν οι κυ­ρί­αρ­χοι του κό­σμου και σή­με­ρα η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση οδη­γεί στο από­σπα­σμα, μας ανή­κουν. Πρέ­πει, όμως, να τις ξα­να­κερ­δί­σου­με.
Το μέλ­λον της Λαϊ­κής Ενό­τη­τας απο­τε­λεί μια δο­κι­μα­σία για όλους και όλες. Μα­κριά από τις με­γά­λες ή μι­κρό­τε­ρες κομ­μα­τι­κές σκέ­πες, που ικα­νο­ποιού­σαν ορι­σμέ­νες αν­θρώ­πι­νες ανά­γκες, πρέ­πει να μά­θου­με να ζούμε χωρίς δε­κα­νί­κια, με τα χέρια και το μυαλό μας. Μπρο­στά μας θα βρού­με πολλή ξη­ρα­σία. Μο­να­δι­κά όπλα, που πρέ­πει να δια­φυ­λά­ξου­με ως κόρην οφθαλ­μού, είναι η πίστη στις ιδέες μας και η με­τα­ξύ μας αλ­λη­λεγ­γύη.

2 σχόλια: