Μόνο αρνητικές επιπτώσεις φέρνουν οι ΑΠΕ βιομηχανικής κλίμακας στην Κρήτη
Συνέντευξη στην Κατερίνα Βουζουνεράκη από το Δρόμο
Μιλήσαμε με την Βάννα Σφακιανάκη, αρχιτέκτων μηχανικό και μέλος του Παγκρητίου Δικτύου αγώνα κατα των ΒΑΠΕ, για τα «μεγάλα αναπτυξιακά έργα» στην Κρήτη, τι σημαίνουν όλα αυτά για την τοπική κοινωνία και ποια είναι η στάση των πολιτών απέναντι τους. Επίσης ζητήσαμε την γνώμη της για το αν η ανάπτυξη αποτελεί μια κάποια λύση και αν μπορεί να υπάρξει ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο.
Τι είναι αυτό το «μεγάλο αναπτυξιακό έργο», ο υβριδικός σταθμός της ΤΕΡΝΑ;
Είναι ένα έργο που για χρόνια διαφημίστηκε ως «μεγάλο», αλλά και ως ξεχωριστό, λόγω της πρωτοβουλίας του Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (ΟΑΔΥΚ) – και σήμερα Οργανισμού Ανάπτυξης Κρήτης (ΟΑΚ) – να το προωθήσει, υπογράφοντας τελικά μια σύμβαση με την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, για «διάθεση» 2 εκατ. κυβικών μέτρων νερού για τις ανάγκες του έργου, πριν καν τελειώσει το φράγμα, και κυρίως, τα έργα αξιοποίησής του, για άρδευση και ύδρευση.
Είναι ένα έργο κατ’ επίφαση υβριδικό, αφού αποτελείται από ένα συγκρότημα αιολικών σταθμών στη Σητεία κι ένα αντλησιοταμιευτικό σύστημα στο Ρέθυμνο, που συνδέονται το καθένα, με το δίκτυο υψηλής τάσης της Κρήτης, μέσω ανεξάρτητων υποσταθμών. Κατά τη λειτουργία του δηλαδή, το έργο θα εκμεταλλεύεται δύο δημόσιες υποδομές που χρηματοδοτήθηκαν από δημόσιους πόρους: το δίκτυο υψηλής τάσης και το φράγμα.
Παράλληλα, είναι ένα έργο εξαιρετικά σπάταλο, λόγω των αλλεπάλληλων μετατροπών ενέργειας και των απωλειών που θα υπάρχουν. Αίσθηση δημιουργεί το γεγονός ότι η ενέργεια που χρειάζεται για να αντληθεί το νερό στην πάνω δεξαμενή, είναι πολύ περισσότερη από την υδροηλεκτρική ενέργεια που θα παράγεται όταν αυτό θα επιστρέφει στην κάτω δεξαμενή, δηλαδή στο φράγμα.
Το έργο είναι εξαιρετικά δαπανηρό, τόσο στην κατασκευή όσο και στη λειτουργία του με κόστος επένδυσης 276,5 εκατ. ευρώ, – όταν το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας Κρήτης (2014-2020) είναι 429,2 εκατ. – και ετήσια έσοδα 59,9 εκατ. ευρώ.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει – εκτός όλων των άλλων – είναι πώς μπορεί να θεωρείται αυτονόητη η ενεργειακή χρήση του νερού στην Κρήτη, ένα νησί χωρίς ποτάμια συνεχούς ροής και λίμνες, επομένως με νερά που δεν είναι διαθέσιμα, λόγω έλλειψης υποδομών αλλά και κατάλληλης ιεράρχησης και διαχείρισης.
Όμως, η νομοθεσία όχι μόνο δεν αποκλείει την ενεργειακή χρήση του νερού, αλλά έχει εξασφαλίσει, με έναν εξαιρετικά σύνθετο τρόπο, αυτή τη χρήση, παρέχοντας σε τέτοιου είδους έργα και ιδιαίτερα προνόμια. Το αποτέλεσμα είναι να συναντάμε συχνά σε μελέτες – όχι στη συγκεκριμένη – να εκφράζεται προθυμία των επενδυτών να «συμβάλλουν» σε έργα ύδρευσης και άρδευσης!









