Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Κόμματα, κοινωνικές τάξεις και συμμαχίες

Από τον Ιο
Σαράντα χρόνια από τη Mεταπολίτευση και η Αριστερά βρίσκεται και πάλι μπροστά σε ιστορικά διλήμματα. Στο επίκεντρο των κρίσιμων επιλογών της είναι το ζήτημα των συμμαχιών. Το θέμα που είχε θέσει με τη δική του πολιτική οξύνοια ο Νίκος Πουλαντζάς μεσούσης της δικτατορίας.
Το θέμα των συμμαχιών απασχολεί όλο το πολιτικό φάσμα, κάτι που είναι βέβαια απολύτως φυσικό, εφόσον η κρίση στην Ελλάδα προκάλεσε την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και δημιούργησε ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό σκηνικό, μέσα στο οποίο κόμματα φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν, εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ενώ εξίσου απρόβλεπτες είναι και οι μελλοντικές συγκλίσεις μεταξύ εκπροσώπων πρώην εχθρικών πολιτικών σχηματισμών. Από την άλλη πλευρά, οι μέχρι σήμερα συμμαχίες των τελευταίων τριών ετών προκαλούν τριγμούς και στο εσωτερικό των πολιτικών σχηματισμών, ιδίως επειδή πολλές απ’ αυτές έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τις μέχρι πρότινος απαράβατες αρχές των κομμάτων που τις επιχείρησαν.

Η αντικατάσταση του κλασικού δικομματισμού, που κυριάρχησε από την αρχή της μεταπολίτευσης, με αυτή τη νέα πραγματικότητα, η οποία δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί, επιτρέπει στους πολιτικούς αναλυτές να πλάθουν κάθε λογής σενάρια. Το γεγονός ότι η κρίση γέννησε νέου τύπου διαχωριστικές γραμμές στο εκλογικό σώμα (με πιο χαρακτηριστική εκείνη μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών») διευκολύνει αυτή τη σεναριολογία, αλλά ενισχύει και τις δυσκολίες των κομμάτων να επιλέξουν τους υποψήφιους εταίρους τους σε κυβερνητικά σχήματα.

Και είναι αλήθεια ότι οι ενδεχόμενες συνεργασίες-συμμαχίες υποκρύπτουν μεγάλες παγίδες για όσους ενδώσουν στον πειρασμό αλλά και για όσους επιλέξουν τον μοναχικό δρόμο. Πιο χαρακτηριστικό θύμα αυτής της αρνητικής εξέλιξης είναι βέβαια η ΔΗΜΑΡ, για την οποία κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν είναι η συμμετοχή της στην τρικομματική κυβέρνηση που της στοίχισε περισσότερο ή η έξοδός της απ’ αυτήν. Μια άλλη συμμαχική επιλογή που στοίχισε ακριβά σε κόμμα ήταν η συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου τον Νοέμβριο του 2011. Η ένταξή του σ’ αυτό το σχήμα και η αρχική υποστήριξη των πρώτων μνημονίων οδήγησε το κόμμα του Γιώργου Καρατζαφέρη στην εκλογική ήττα τον Μάιο του 2012, ενώ ταυτόχρονα ήταν αυτή ακριβώς η συμμαχία που άνοιξε τον δρόμο στη Χρυσή Αυγή.

Εξίσου δραστικές συνέπειες είχε και για τον χώρο της «κεντροαριστεράς» η συμμαχία της με τη Δεξιά, από τη στιγμή που αποδείχτηκε ότι επρόκειτο για στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή, με ταυτόχρονη πλήρη υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας. Το αποτέλεσμα ήταν η κονιορτοποίηση του χώρου με δημιουργία προσωποπαγών σχημάτων, τα οποία επανασυγκολλώνται ή διασπώνται με κριτήρια απολύτως αδιαφανή και ευκαιριακά.

Δεν υπάρχει δηλαδή πολιτικό κόμμα που μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία να μην απασχολείται με τα μαθηματικά των συμμαχιών. Και κάθε σχετικός συνδυασμός είναι μέσα στο πολιτικό παιχνίδι. Αλλά μεταξύ όλων των κομμάτων που διεκδικούν να ηγηθούν σε μελλοντικό κυβερνητικό σχήμα, εκείνο που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ, για τον οποίο έχουν ακουστεί περίπου όλοι οι μετεκλογικοί συνδυασμοί, πιθανοί και απίθανοι. Από τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» με τη Νέα Δημοκρατία, μέχρι τη συνεργασία με τους ΑΝ.ΕΛΛ. κλπ. Για το πώς βλέπουν τα ίδια τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ τις προοπτικές των συμμαχιών του κόμματός τους φιλοξενούμε σήμερα τις θέσεις του Γιάννη Μηλιού και του Χριστόφορου Παπαδόπουλου. Είναι και οι δύο μέλη της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ούτως ή άλλως το πρόβλημα των συμμαχιών τίθεται με ξεχωριστό τρόπο για την Αριστερά. Επειδή σε όλες τις εκδοχές της η Αριστερά επαγγέλλεται μια ριζική αλλαγή στην κοινωνία, οι συνεργασίες της υποτίθεται ότι εξυπηρετούν αυτό το αίτημα ανατροπής. Πρόκειται για ένα ζήτημα εξαιρετικά δύσκολο, το οποίο προϋποθέτει την ανάγνωση του ιδιαίτερου ρόλου κάθε κόμματος μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό.


Ετσι αποδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρο ένα σχεδόν άγνωστο κείμενο του Νίκου Πουλαντζά που επιχειρεί να δώσει απαντήσεις «αρχής» σ’ αυτό το ζήτημα. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αγώνας», που εξέδιδε η οργάνωση Παρισιού του ΚΚΕ Εσωτερικού την περίοδο της δικτατορίας, και ήταν ουσιαστικά απάντηση σε ένα άρθρο σχετικό με τις συμμαχίες που είχε δημοσιευτεί στο επίσημο θεωρητικό όργανο του ΚΚΕ Εσωτερικού, την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τον Γενάρη του 1970. Το άρθρο υπέγραφε ο Ε. Θαλασσινός. Πίσω από αυτό το ψευδώνυμο κρυβόταν ο Λευτέρης Ελευθερίου, μέλος της ηγεσίας του κόμματος.

Στο κείμενό του ο Πουλαντζάς επικρίνει την επίσημη πολιτική του ΚΚΕ Εσωτερικού (αλλά και του συνόλου της παραδοσιακής Αριστεράς), η οποία βασιζόταν στο θεώρημα ότι κάθε κοινωνική τάξη εκφράζεται από ένα πολιτικό κόμμα και ότι συνεπώς η συμμαχία της εργατικής τάξης με άλλα καταπιεζόμενα στρώματα μπορεί να επιτευχθεί μέσω συμμαχιών κορυφής των πολιτικών τους εκπροσώπων.

«Τι είναι όμως ένα κόμμα για τον Θαλασσινό;» αναρωτιέται ο Πουλαντζάς. Και παρατηρεί: «Θα έλεγε κανείς ότι για τον σύντροφο αυτόν κάθε τάξη γεννιέται μ’ ένα κόμμα κολλημένο στην πλάτη της σαν ταυτότητά της, που σε κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει “συνειδητά” τα αποκλειστικά της συμφέροντα. Μ’ αυτή τη μικρή λέξη “συνειδητά” λύνεται διά μαγείας το θέμα της σχέσης τάξης και κόμματος. Κάθε τάξη και το κόμμα της, όπως κάθε παιδάκι στο θρανίο του στο σχολείο κι έτσι ξέρουμε σε κάθε στιγμή ποιο κόμμα αντιπροσωπεύει την κάθε τάξη και μερίδα τάξης και, ανάλογα με την εκτίμηση στις ταξικές συμμαχίες, κάνουμε συμφωνίες με τα υποτιθέμενα κόμματά τους, προσθέτουμε βέβαια ότι το μέτωπο δεν πρέπει να γίνεται μόνο από τα κάτω και λύθηκε το θέμα. Φυσικά δεν λύθηκε τίποτε. Γιατί, έχει μεν δίκιο ο Θαλασσινός στη γενική αρχή ότι οι συμμαχίες δεν γίνονται μόνο εκ των κάτω. Αλλά αγνοεί τις βασικές μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές όσον αφορά τη σχέση τάξεων και κομμάτων. Δηλαδή: Η “αντιπροσωπευτική σχέση” τάξης και κόμματος, που τόσο απασχόλησε τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Γκράμσι, είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Κι αυτό, γιατί ή σχέση “αντιπροσώπευσης” τάξης και κόμματος εμπεριέχει, ας πούμε σχηματικά, ένα πραγματικό κι ένα ιδεολογικό στοιχείο, που παίζει στη σχέση αυτή βασικό ρόλο: ένα κόμμα μπορεί να αντιπροσωπεύει μια τάξη και μερίδα τάξης, υπό την έννοια ότι εξυπηρετεί τα πραγματικά της συμφέροντα. Ενα κόμμα μπορεί όμως επίσης να αντιπροσωπεύει μια τάξη, υπό την έννοια ότι η τάξη αυτή “αναγνωρίζεται” μαζικά σ’ αυτό και το ακολουθεί, αν και εξυπηρετεί στην πραγματικότητα άλλα συμφέροντα. Συγκεκριμένα, η πρόταση του Θαλασσινού ότι τα κόμματα είναι “συνειδητοί” εκπρόσωποι των διαφόρων τάξεων είναι ακριβολόγος μόνο όσον αφορά τις τάξεις που έχουν, μέσα σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό, ταξική συνείδηση, με τη δυνατή έννοια ιδιαίτερης και αυτοτελούς ταξικής ιδεολογίας. Εκεί και μόνο συμπίπτουν τα στοιχεία της έννοιας “αντιπροσώπευση”. Τέτοια ταξική ιδεολογία, με την κυριολεξία του όρου, σχετικά συγκροτημένης και ολοκληρωμένης ιδιάζουσας κοσμοθεώρησης έχουν γενικά μόνο οι δύο βασικές δυνάμεις μιας κοινωνίας, στην καπιταλιστική κοινωνία η εργατική τάξη και η αστική τάξη με τις διάφορες μερίδες της. Για έναν απλό λόγο: γιατί στις κοινωνίες αυτές δεν υπάρχουν παρά δύο δρόμοι, ο αστικός ή ο σοσιαλιστικός. Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι πάντα άμεσος στόχος.

»Κι εδώ το θέμα της σχέσης τάξεις-κόμματα περιπλέκεται. Η φτωχή και μεσαία αγροτιά και η μικροαστική τάξη δεν μπορούν να έχουν σ’ αυτές τις κοινωνίες αυτόνομη ταξική ιδεολογία με την κυριολεξία του όρου. Αυτό που αποκαλείται γενικά “αγροτική ιδεολογία” ή “μικροαστική ιδεολογία” δεν είναι παρά η φεουδαρχική ή η αστική ιδεολογία, προσαρμοσμένες στα συμφέροντα και τις συνθήκες της ζωής των τάξεων αυτών. Μη έχοντας δυνατότητες αυτοτελούς ιδεολογίας οι τάξεις αυτές υπόκεινται περισσότερο από την εργατική τάξη στην άρχουσα ιδεολογία, δηλαδή στην ιδεολογία της άρχουσας τάξης. Γι’ αυτό ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Γκράμσι επιμένουν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι τάξεις αυτές δεν έχουν αυτοτελή κόμματα που να “αντιπροσωπεύουν” συνειδητά τα αποκλειστικά τους συμφέροντα. Εκτός από τελείως έκτακτες περιπτώσεις, οι τάξεις αυτές “εκπροσωπούνται” στην καπιταλιστική κοινωνία από τα κόμματα που βασικά εξυπηρετούν τα πραγματικά συμφέροντα μερίδων της άρχουσας τάξης».

Τις θέσεις του ο Θαλασσινός (Ελευθερίου) τις στηρίζει στις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1935) και τις εισηγήσεις του Δημητρώφ για το «ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο». Ο Πουλαντζάς δέχεται ότι με τις θέσεις αυτές διορθώθηκαν οι «υπεραριστερές» θέσεις του 6ου Συνεδρίου (1928) και εντοπίζει τα σφάλματα αυτά: «Το 6ο Συνέδριο: α) Παραμελούσε το πρόβλημα των ταξικών συμμαχιών της εργατικής τάξης με τη φτωχή και μεσαία αγροτιά και τη μικροαστική τάξη. Ηταν η περίοδος που ο Στάλιν διασπούσε στη Σοβιετική Ενωση τη συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς χτυπώντας το σύνολο της αγροτιάς. Η τακτική αυτή της Διεθνούς ονομάστηκε τακτική “τάξης εναντίον τάξης”. β) Το “ενιαίο μέτωπο” μέσα στην ίδια την εργατική τάξη έπρεπε να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο από τα κάτω, από τη βάση. Ο κύριος εχθρός ήταν όχι το αστικό καθεστώς, αλλά πρώτα τα αριστερά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που αποκαλέστηκαν “σοσιαλ-φασιστικά”».

Ομως ο Πουλαντζάς επισημαίνει και μια αντίστροφη αλλά εξίσου λαθεμένη τάση. «Μετά το 4ο Συνέδριο (1922-23) και την αχρήστευση, λόγω ασθενείας, του Λένιν, είχε αναφανεί μια εντελώς οπορτουνιστική τάση, εκπροσωπευόμενη κυρίως από τον Ράντεκ, αλλά υιοθετημένη από την Ολομέλεια της Διεθνούς τον Iούνη του 1923 και η οποία είχε δώσει εξαιρετικά ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Σύμφωνα με την τάση αυτή υπήρχαν “κόμματα-ετικέτες” για τη μικροαστική κυρίως τάξη. Στη Γερμανία τέτοιο αυτοτελές κόμμα θεωρήθηκε από τον Ράντεκ η αποκαλούμενη “εθνικο-μπολσεβίκικη” παράταξη, πτέρυγα ανεξάρτητη ακόμα του ναζιστικού κόμματος. Κατά τον Ράντεκ η παράταξη αυτή ήταν αυτοτελής εκπρόσωπος της εθνικιστικής μικροαστικής τάξης και έγινε δεκτή από τη Διεθνή γραμμή συμμαχίας κορυφής, και εκ των “άνω” του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας με τους “εθνικο-μπολσεβίκους”. Ηταν η περίφημη γραμμή Σλαγκέτερ».

Το συμπέρασμα του Πουλαντζά είναι ότι η γραμμή αυτή απέτυχε παντού: «Η γραμμή Δημητρώφ χρεοκόπησε στην πρακτική της εφαρμογή πέρα για πέρα. Πουθενά δεν κατάφερε ν’ αποφύγει ή να γκρεμίσει τους ήδη εγκατεστημένους φασισμούς. Πρώτο παράδειγμα η Ισπανία, δεύτερο η Γερμανία και Ιταλία. Το θέμα της Γαλλίας είναι μεν πιο περίπλοκο, χωρίς όμως να δικαιώνει τον Δημητρώφ. Από την άλλη μεριά πού κατέληξε; Ουσιαστικά στη γραμμή της ταξικής συνεργασίας και στα γνωστά “εκλογικά καρτέλ” εκ των άνω και μόνο. Αν εξαιρέσουμε τις έκτακτες συνθήκες της Αντίστασης στην Ευρώπη, ποτέ και πουθενά σχεδόν δεν δημιουργήθηκαν οι περίφημες εξω-κομματικές οργανώσεις βάσης, για τις οποίες μιλούσαν ο Λένιν και ο ίδιος εξάλλου ο Δημητρώφ. Το λαϊκό μέτωπο, που για τον Δημητρώφ ήταν ακόμα αντιφασιστικό, δηλαδή σε εξάρτηση με μια αμυντική κατάσταση, έγινε πανάκεια».

Ο Πουλαντζάς επισημαίνει ότι η γραμμή του 7ου Συνεδρίου ήταν εξαρχής λαθεμένη για δύο λόγους: 1) Στις αναλύσεις της όσον αφορά την ταξική βάση του φασισμού, όσο πάει και στενεύει η βάση αυτή. «Στην αρχή η ταξική βάση είναι η “αστική τάξη στην περίοδο της παρακμής της”, έπειτα γίνεται το “μεγάλο κεφάλαιο”, έπειτα το “χρηματιστηριακό κεφάλαιο”, και με τον Δημητρώφ “οι τάσεις οι πιο αντιδραστικές και οι πιο συμβιβαστικές του μεγάλου κεφαλαίου”. Δηλαδή προοδευτικά ο φασισμός θεωρείται ότι εκπροσωπεί όσο πάει και στενότερη μερίδα της αστικής τάξης. Στην εφαρμογή του Λαϊκού “αντιφασιστικού” Μετώπου αυτό καταλήγει πρακτικά στις συμμαχίες κορυφής όλων των τάξεων και κομμάτων και των αστικών που βαφτίζονται “εθνική αστική τάξη” ή “φιλελεύθερη μερίδα της αστικής τάξης” εναντίον τής όλο και στενότερης “πιο αντιδραστικής” μερίδας του μεγάλου κεφαλαίου».

2) «Στο 7ο Συνέδριο της Διεθνούς, παρ’ όλο ότι o Δημητρώφ επιμένει στον ιδιαίτερο ρόλο των κομμουνιστών μέσα στην εργατική τάξη και απέναντι στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, όσον αφορά την αγροτιά και τη μικροαστική τάξη, μιλάει πρώτα απ’ όλα για το πλησίασμά τους μέσω βασικά των πολιτικών τους εκπροσώπων. Δεν επιμένει ή δεν αναλύει καθόλου τον μαζικό ρόλο των ιδίων των κομμουνιστών απέναντι στις τάξεις αυτές».

Μ’ άλλα λόγια, ο Πουλαντζάς εντοπίζει στην πολιτική που άρχισε να εφαρμόζεται από τότε στην ευρωπαϊκή κομμουνιστική Αριστερά την εγκατάλειψη της «μαζικής γραμμής». Και κατά τη γνώμη του η εγκατάλειψη αυτή είχε συντελεστεί πολύ νωρίτερα, μέσα στη Σοβιετική Ενωση. «Ο Στάλιν δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της εγκατάλειψης», είναι η πικρή κατακλείδα του κειμένου.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σημερινή συγκυρία; Δεν υπαινισσόμαστε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται, όσο κι αν ελλοχεύει ο πειρασμός της σύγκρισης της σημερινής κρίσης με εκείνη του μεσοπολέμου. Εξάλλου και ο Πουλαντζάς αναφέρεται στη λαθεμένη γραμμή περί συμμαχιών του Μεσοπολέμου, προκειμένου να συγκροτήσει τη θέση του για μια εντελώς διαφορετική συγκυρία, εκείνη της Ελλάδας του αντιδικτατορικού αγώνα. Αλλά οι αρχές περί συμμαχιών, οι παρατηρήσεις για τη θεωρία του «κόμματος-ετικέτα» και οι υποδείξεις για τις πολλαπλές συνέπειες της εγκατάλειψης της μαζικής γραμμής είναι εξαιρετικά επίκαιρες.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Η στρατηγική της Αριστεράς και οι συμμαχίες

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΛΙΟΣΤου Γιάννη Μηλιού*

Θα ξεκινήσω από τα βασικά: η κοινωνία διασχίζεται από βαθιές διαχωριστικές γραμμές, από αντιτιθέμενα συμφέροντα. Τα συμφέροντα αυτά δεν είναι ισότιμα, δεν ικανοποιούνται ταυτόχρονα, ούτε διαδοχικά στο πέρασμα του ιστορικού χρόνου. Αντιθέτως, κάποια συμφέροντα επιβάλλονται πάνω στα άλλα, διαμορφώνονται ως εξουσία. Η εξουσία αυτή δεν καταργεί τη σύγκρουση των συμφερόντων. Παγιώνει την υπεροχή των κυρίαρχων τάξεων (του κεφαλαίου) πάνω στους κυριαρχούμενους (τις λαϊκές τάξεις που αποτελούν και την πλειοψηφία της κοινωνίας). Αυτό εξασφαλίζεται μέσα από οικονομικές δομές, θεσμούς, ιδέες (που εγκαλούν και παρακινούν τους ανθρώπους σε συγκεκριμένες πρακτικές) και μηχανισμούς που καλούνται να επιβάλουν τη σταθερότητα των δομών και των θεσμών και τη διάδοση των ιδεών και των παγιωμένων πρακτικών. Η εξουσία των κυρίαρχων καθίσταται τόσο σταθερότερη όσο περισσότερο το ιδιαίτερο συμφέρον τους καταφέρνει να εμφανίζεται σαν γενικό συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας. Τότε μιλάμε για ηγεμονία, για ηγεμονική εξουσία και για ηγεμονική κυρίαρχη τάξη.

Στην κεντρική πολιτική σκηνή η σύγκρουση που περιγράψαμε εκφράζεται με τρόπο συνήθως έμμεσο και πολλαπλά διαμεσολαβημένο από τα πολιτικά κόμματα. Ο Νίκος Πουλαντζάς σωστά επισημαίνει ότι στις περισσότερες ιστορικές περιπτώσεις τα κόμματα δεν εκφράζουν τα συμφέροντα που διατείνονται ότι εκφράζουν («του λαού», «των εργαζομένων» κ.ο.κ.), αλλά παραλλαγές των συμφερόντων της εξουσίας. Μάλιστα, στην ιστορική τους διαδρομή, τα κόμματα συχνά μεταλλάσσονται, μέσα από την επαφή τους με την κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Σοσιαλδημοκρατία, που, ενώ στο παρελθόν επιχειρούσε να εκφράσει έναν κοινωνικό συμβιβασμό ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία, ο οποίος να περιλαμβάνει αφενός τη σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος και αφετέρου τη σταθερότητα της απασχόλησης και των εισοδημάτων των εργαζομένων, σήμερα έχει μεταλλαχθεί σε συνιστώσα των στρατηγικών λιτότητας, απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και αποδόμησης του κοινωνικού κράτους.

Μιλώντας γενικά, τα συστημικά πολιτικά κόμματα υλοποιούν κάποιες ιδιαίτερες, το καθένα, μορφές «συγκερασμού» των στρατηγικών καπιταλιστικών συμφερόντων με κάποια αποσπασματικά λαϊκά συμφέροντα, δηλαδή υπάγουν τις λαϊκές τάξεις στην κατεστημένη πολιτική και κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα της Αριστεράς, που επιδιώκουν να φέρουν στο προσκήνιο τα συμφέροντα των εργαζόμενων τάξεων αλλά και των μικροεπιχειρηματικών στρωμάτων που συνθλίβονται από την κρίση, στην προοπτική μάλιστα ενός κοινωνικού μετασχηματισμού με άξονα τις κοινωνικές ανάγκες, δεν αντιστρατεύονται κάποιο ή κάποια μεμονωμένα κόμματα, αλλά εντάσσονται σε μια εναλλακτική στρατηγική που αμφισβητεί συνολικά την κατεστημένη εξουσία και τα κόμματα που την υπηρετούν.

Αυτό είναι περισσότερο καθαρό στη σημερινή συγκυρία, στην οποία οι ιστορικοί «αντίπαλοι» του παραδοσιακού δικομματισμού έχουν μετατραπεί σε συνιστώσες μιας κυβέρνησης που υλοποιεί ένα ακραίο «πρόγραμμα» συγκέντρωσης ισχύος, περιουσίας και εισοδήματος υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου: Με την υπονόμευση της δυνατότητας για συλλογικές διαπραγματεύσεις, τη μείωση του μισθού και της κοινωνικής προστασίας, το κλείσιμο δεκάδων χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων, την επερχόμενη απώλεια της ακίνητης περιουσίας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, την υπερφορολόγηση των πολλών και τη φοροασυλία της ολιγαρχίας.

Η στρατηγική της Αριστεράς πρέπει εξ ορισμού να προωθεί τη συμπαράταξη όλων (κινημάτων, κινήσεων, πολιτικών φορέων) όσοι επιδιώκουν την ανατροπή αυτής της πολιτικής. Δεν μπορεί να επιδιώκει την πολιτική συμπόρευση ή σύγκλιση με οποιοδήποτε κόμμα εκφράζει τη λιτότητα, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την ιδιωτικοποίηση του κράτους πρόνοιας, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου. Αυτός είναι ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε μετά τις εκλογές του Μαΐου 2012 να συμμετάσχει (ακόμα και να ηγηθεί) σε μια κυβέρνηση με τις δυνάμεις της Δεξιάς ή της «Κεντροαριστεράς» που υλοποιούν τη στρατηγική της εξουσίας. Το ίδιο οφείλει να πράξει και σήμερα, που ως πρώτο πλέον κόμμα καλείται να αποτελέσει τον άξονα για τη συμπαράταξη της ανατροπής.

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο ΕΜΠ, υπεύθυνος οικονομικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Οι τάξεις, οι συμμαχίες, οι πολιτικές εκπροσωπήσεις

ΧΡΙΣΤΌΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣΤου Χριστόφορου Παπαδό­πουλου*

Μετά την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, ξεκίνησε η συζήτηση για τα εκλογικά όρια του ΣΥΡΙΖΑ. Μεγάλες εφημερίδες και γνωστοί πολιτικοί αναλυτές έσπευσαν να βγάλουν την ετυμηγορία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπιασε ταβάνι, άρα πρέπει να κοιτάξει προς τα δεξιά του, και συγκεκριμένα προς την Κεντροαριστερά, για να κυβερνήσει. Επισήμαναν, μάλιστα, ότι για να έχει επιτυχία ο προσεταιρισμός του Κέντρου πρέπει να λειανθούν οι γωνίες του κυβερνητικού προγράμματός του και να απομακρυνθούν τα «βαρίδια» από το κόμμα. Δεν είναι παράδοξες οι συμβουλές που απευθύνουν στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ άνθρωποι που έχουν υπηρετήσει την αναπαραγωγή του δικομματικού πολιτικού συστήματος επί δεκαετίες. Αντίθετα, έτσι γινότανε.

Ενδεχομένως να υστερούν σε άλλα, να μην καταλαβαίνουν, για παράδειγμα, την πολιτική κρίση και την ταξική πόλωση, που έχει προκληθεί από την οικονομική κρίση και τα Μνημόνια.

Ισως να μην καταλαβαίνουν ότι η λεγόμενη Κεντροαριστερά είναι σε αποδρομή, ότι οι παλιοί κομματικοί σχηματισμοί αποσυντίθενται (ΠΑΣΟΚ-ΕΛΙΑ-ΔΗΜΑΡ), το ίδιο και η Κεντροδεξιά των ΑΝ.ΕΛΛ., ενώ οι νέοι σχηματισμοί, το Ποτάμι για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι μπορούν να επωμισθούν την εκπροσώπηση των μεσαίων στρωμάτων -τα οποία αποτέλεσαν την κύρια εκλογική δεξαμενή του Κέντρου- με ένα πρόγραμμα μεταξύ μεταπολιτικής και σημιτικού εκσυγχρονισμού.

Η συζήτηση στον ΣΥΡΙΖΑ, και η αποτύπωσή της στην πρόσφατη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του, δείχνει την κοινωνική πόλωση, παραθέτοντας στοιχεία από τον χάρτη της εκλογικής καταγραφής, όπου ταξικά, χωρικά και κοινωνικά ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει πρωτιές: πρωτιές στους ανέργους, τους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, πρωτιές στα πιο παραγωγικά στρώματα, στη νεολαία. Εγκολπώνεται τα νέα μικροαστικά στρώματα: τους γιατρούς, τους καθηγητές, τους τεχνικούς, τους νέους μηχανικούς. Η ίδια ταξική πόλωση εγγράφεται και στη χωρική ανάλυση των εκλογικών καταγραφών: υπεροχή στις λαϊκές συνοικίες και στα αστικά κέντρα, αναιμική παρουσία στα ημιαστικά και τα αγροτικά, αν και η τάση στα τελευταία φαίνεται να αντιστρέφεται. Ελλογες παραδοχές με επιστημονική τεκμηρίωση, η οποία εμμένει ότι υπάρχουν κοινωνικά δυναμικά ακόμα και για την αυτοδυναμία.

Στη σφαίρα της πολιτικής, οι διαιρετικές τομές είναι μεταξύ 2 ηγεμονικών σχεδίων, της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ. Πάνω σε αυτά διατάσσονται οι πολιτικές δυνάμεις, εδώ δημιουργούνται και οι πολιτικές συμμαχίες, ενώ στα ίδια επίδικα συντάσσονται και οι κοινωνικές δυνάμεις.

Τα μεσαία στρώματα πολιτικοποιούνται στην κρίση και με αυτή την έννοια διχοτομούνται με οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια, χωρίς να παραγνωρίζεται η ιδεολογία, η οποία, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, μπορεί να εξηγήσει, εν πολλοίς, και την εκλογική της επιρροή.

Η κυβέρνηση Σαμαρά και κατ’ επέκταση η αστική τάξη, επιχειρεί να βάλει ξανά στους κόλπους της την παλιά μικροαστική τάξη των μικρών επιχειρήσεων, της αυτοαπασχόλησης, την οικογενειακή επιχείρηση, τη μικρή ιδιοκτησία, με όπλο την υποαμειβόμενη και την αδήλωτη εργασία, με την κατάργηση των ωραρίων, των συμβάσεων, των ελέγχων. Παράλληλα, επιχειρεί να επεκτείνει την επιρροή της στα νέα μεσαία στρώματα: των επιστημόνων, των τεχνικών, των στελεχών, αξιοποιώντας τα ιδεολογήματα της προηγούμενης περιόδου και τους φόβους, αλλά και διαφοροποιώντας τα συμφέροντά τους σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες των μισθωτών.

Το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ κινείται στον αντίποδα εκείνου της Ν.Δ., υπηρετεί διαφορετικά συμφέροντα. Το πρόγραμμά του, εκκινώντας από θέσεις ταξικής μεροληψίας, υπέρ της μισθωτής εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία μεταξύ της εργασίας και των μεσαίων στρωμάτων. Το πρόγραμμα μπορεί να εκφράσει το γενικό συμφέρον, δηλαδή την κοινωνική συμμαχία, με τον μετασχηματισμό του κράτους έκτακτης ανάγκης σε κράτος των δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών, με την αντιμετώπιση της ανεργίας με άξονα τις μικρές, πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, τα εναλλακτικά παραγωγικά εγχειρήματα, την κοινωνική οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να συναφθούν και οι πολιτικές συμμαχίες που είναι διατεθειμένες να το υπερασπιστούν. Εξάλλου τα μέτωπα για τη ΔΕΗ, τις φυλακές, τον αιγιαλό δείχνουν ότι η κινηματική εμπλοκή και η πολιτική δέσμευση επί του συγκεκριμένου είναι ο καλύτερος οδηγός για τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.

* Μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Διαβάστε

*Ν. Σκυριανός, «Γύρω από το θέμα των συμμαχιών» («Αγώνας», τχ. 1, Παρίσι, Ιούλιος 1970)

Το άρθρο του Πουλαντζά στο θεωρητικοπολιτικό περιοδικό της ομάδας του ΚΚΕ Εσωτερικού στο Παρίσι την περίοδο της δικτατορίας. Στην ομάδα του περιοδικού μετείχαν εξαιρετικά καταρτισμένοι νέοι μαρξιστές διανοούμενοι, οι οποίοι έγιναν γνωστοί μετά τη μεταπολίτευση. Ανάμεσά τους ο Αγγελος Ελεφάντης (με το ψευδώνυμο Α. Κράνης) και ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης Νίκος Χατζηνικολάου (που αρθρογραφούσε ως Ν. Μουσούρος). Ο Πουλαντζάς έγραφε με το ψευδώνυμο Ν. Σκυριανός.
*Νίκος Πουλαντζάς, «Φασισμός και δικτατορία. Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό» (μτφρ. Χριστίνα Αγριαντώνη, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2006)

Το δεύτερο σημαντικό βιβλίο του Πουλαντζά (μετά το «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις»). Εκδόθηκε στο Παρίσι το 1970 και αναλύει εκτενώς τις θέσεις του παραπάνω άρθρου.
*Γιάννης Μπαλαμπανίδης, «Πολιτική εκπροσώπηση και πολιτικές συμμαχίες: ο Πουλαντζάς στην ελληνική μεταπολιτευτική συγκυρία» [στο Χάρης Γολέμης, Ηρακλής Οικονόμου (επιμ.) «Ο Πουλαντζάς σήμερα»].

Η εξέλιξη των απόψεων του Πουλαντζά για το ζήτημα των συμμαχιών.

……………………………………………..

Eπισκευτείτε

*http://www.poulantzas.gr
Ο ιστότοπος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου