Η Έλλη δε θέλει να γράψω το επίθετό της. Η Έλλη δε θέλει να βάλω τη φωτογραφία της. Δε θέλει να τη γνωρίζεις στο δρόμο. Η Έλλη επιμένει να είναι λαός και αντίσταση, ένα αιώνιο κοριτσίστικο φως, δυνατό και αμείωτο. Αρνείται να ηττηθεί. Η Έλλη χρειάστηκε τρεις μέρες για να αποφασίσει να μου μιλήσει. Με πέρασε εξετάσεις. Τη βάση την πήρα. Αγαπηθήκαμε. Κι η συνέντευξη ξεκίνησε μεσάνυχτα και τελείωσε τρεις το πρωί, λίγο πριν πάρω το λεωφορείο να γυρίσω στην Αθήνα. Τότε ενέδωσε, και επέτρεψε να γράψω το επίθετό της. Η Έλλη Γεωργιάδου του αγώνα που δεν έπαψε ποτέ, σε αυτή τη συνέντευξη χρειάστηκε ερωτήσεις, λόγω σεμνότητας. Όμως, καμμία ερώτηση δεν χρειάζεται, όταν μιλάει η Έλλη. Κι όσες έμειναν, είναι γιατί στον ποταμό αυτόν μπαίνεις και ξαναμπαίνεις κι είναι ο ίδιος, και ήξερα ήδη που βαπτίζομαι.
>>Συνειδητοποιήθηκα στο Βερολίνο το ’70. Εκεί βρέθηκα σε ένα χώρο, αμέσως μετά το Μάη του ’68, που ακόμα ζούσε ο Μάης. Ήταν το ’70 παρά κάτι. Ήτανε στα ντουζένια του. Γινόταν ένας χαμός. Το Βερολίνο γινόταν η Μητρόπολη της Ευρώπης, διότι, όλες οι Δυτικές δυνάμεις τσοντάρανε με ό,τι είχανε και δεν είχανε, και ιδιαίτερα η Γερμανία επένδυε ό,τι παραπάνω μπορούσε, για να δημιουργήσει τη βιτρίνα απέναντι στο Ανατολικό μπλοκ, που θα ‘βγαζε το μάτι της Σοβιετίας.
Και είχες και πάρα πολλά προνόμια. Για παράδειγμα, οι νέοι που σπουδάζανε στο Βερολίνο απαλλάσσονταν από το στρατιωτικό. Ερχόταν ο κόσμος απ’ όλη την Ευρώπη, απ’ όλη τη Γη στο Βερολίνο. Και βέβαια υπήρχαν όλα τα κινήματα, όλων των χωρών εκεί ζωντανά. Το αντιχουντικό το δικό μας, Τούρκοι αντιφρονούντες, Πέρσες που αγωνίζονταν κατά του Σάχη, οι πάντες. Όλα αυτά γινότανε αντικείμενο ενασχόλησης όλων μας, εκείνης της σύνθετης νεολαίας, απ’ όλο τον κόσμο, και λάμβανε μια τρομακτική διάσταση. Πολιτική διάσταση, δηλαδή, σύνθεσης. Η οποία αναβάθμιζε σε ένα πολύ ανώτερο επίπεδο την επίγνωση του τι συμβαίνει. Το καταλαβαίνεις φαντάζομαι.
Ας πούμε, για τα εγκλήματα του Σάχη, από εκεί είχα επαφή. Αλλά είχα επαφή. Δηλαδή δεν ήταν ξώφαλτσα. Βέβαια από ακούσματα ήταν, αλλά οι άνθρωποι ήταν εκεί, ήταν ζωντανοί, υποφέρανε και οι οικογένειές τους και οι ίδιοι, άλλοι δε μπορούσαν να γυρίσουν, άλλος έχει περάσει βασανιστήρια…
Ταυτόχρονα υπήρχε και όλη η ιστορία του Μάη. Δηλαδή υπήρχαν οι κομμούνες, καταλήψεις και αποκαταστάσεις κτηρίων… Μένανε οι άνθρωποι συλλογικά εκεί, κάνανε κανονικές κομμούνες. Υπήρχε το κίνημα για την αντι-αυταρχική εκπαίδευση, το από κοινού μεγάλωμα των παιδιών, ο προβληματισμός πάνω σ’ αυτά, μέσα και από το πρίσμα του ρεύματος των Μαρκούζε – Αντόρνο, και κυρίως μέσα από το υπαρξιστικό κίνημα, που τότε φούντωνε σε όλη την Ευρώπη. Έφευγα από εδώ, από τη Χούντα και πήγαινα εκεί, σ’ αυτό το χώρο. Δε μπορώ να σου περιγράψω την αντίφαση. Τότε είχε πρωτοϊδρυθεί το ΕΚΚΕ. Εγώ ήμουν από τους πρώτους που μπήκαν αμέσως μετά την ίδρυση. Συνάντησα κάποιους ανθρώπους από κει. Μου μιλήσανε γι’ αυτό. Ενθουσιάστηκα.
ΕΚΚΕ σημαίνει Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας. Είναι σε αντιπαραβολή με το ΚΚΕ. Είναι ΕΚΚΕ, Επαναστατικό ΚΚΕ, απέναντι στο ρεβιζιονιστικό, προδοτικό ΚΚΕ. Και μέσα στο ΕΚΚΕ υπήρχανε άνθρωποι διαφόρων πολιτικών καταγωγών, όπως και στο Μάη του ’68. Ήταν και κάποιοι παλιοί του ΚΚΕ, που είχαν έρθει από την Ανατολική Γερμανία στο Δυτικό Βερολίνο. Ο Χρήστος ο Μπίστης, ας πούμε, σκηνοθέτης, εκεί. Με ανοιχτό μυαλό. Αλλά ήταν και άλλοι άνθρωποι, δηλαδή ήταν Γκεβαρικοί… μπορεί να μην υπήρχαν αναρχικοί και τροτσκιστές, ήταν όμως ευρύ το φάσμα. Η πεντάδα ήταν Μαρξ, Έγκελς, Λένιν, Στάλιν, Μαο τσε Τούνγκ. Ο μέγας σύντροφος πρόεδρος…
Εκεί έμαθα περισσότερα πράγματα για το Ελληνικό κίνημα. Εκεί μου άνοιξε το μάτι. Να πω το εξής: Η δικιά μου η κατεύθυνση, θα είναι η κατεύθυνση επηρεασμένη από την αναγέννηση της κοινωνίας, μέσα από το γκρέμισμα των παλιών συμβάσεων, της υποταγής… Δηλαδή δεν ήταν τόσο η παράδοση του ΚΚΕ, όσο ήταν το νέο ρεύμα. Με το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, με Μάη, με όλο αυτό εκείνης της εποχής. Και αυτό έμεινε κιόλας. Αυτό μου έμεινε σε όλη μου τη ζωή.
Στο Βερολίνο ήμουνα στην παρανομία, γιατί δεν έπρεπε να καταλάβει κανένας από τους εκεί Έλληνες ότι είμαι στο ΕΚΚΕ. Κρυβόμουν. Ανεβοκατέβαινα Ελλάδα δύο τρεις φορές το χρόνο, κουβαλούσα έντυπο υλικό, στρατολογούσα ανθρώπους, γινότανε δουλειά από τότε. Κάποιες φορές κατεβαίναν κι εδώ σύντροφοι παράνομα.
«Κρύβομαι» σημαίνει ότι δε μιλάω ανοιχτά πολιτικά πουθενά και ποτέ. Ότι κάνω τον πολιτικά άσχετο. Δεν ξέρω τίποτε από αυτά, λες. Επίσης, διανέμω υλικό, μοιράζω προκηρύξεις, κάνω τέτοια πράγματα. Είχα κάνει ένα τάβλι, ένα βιετναμέζικο πολύγραφο και τύπωνα ό,τι υλικό μοιράζαμε εδώ. Στο γραφείο το είχα κρυμμένο. Διάδοση κάνεις και στρατολόγηση.
Πηγαινοερχόμουνα τρία χρόνια. ’70, ’71, ’72. Τα Χριστούγεννα του ’72 ήρθα για λίγο περισσότερο καιρό, δυό τρεις μήνες, και στις αρχές του ’73 με πιάσανε. Μοιράζαμε μία προκήρυξη για τις εκλογές της ΓΣΕΕ. Ήταν Φλεβάρης, αν θυμάμαι καλά. Πετάξαμε μία προκήρυξη το βράδυ, πιάσανε τα δύο παιδιά που το κάνανε και αφού τους σαπίσανε, αυτά είπαν από πού τις πήραν. Ήρθαν για μένα στις τέσσερις το πρωί.