Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας



«Με έναν περίεργο τρόπο είχα στιγματιστεί μέσα στην οργάνωση με το έκτυπο της γκόμενας. Με αυτό που δεν ήμουν ποτέ στη ζωή μου. Ξεκίνησε με το ότι ήμουν η πρώτη που χώρισε, επειδή “τη χωρισμένη γυναίκα οι μάζες τη βλέπουν σα θύμα ή σαν πουτάνα“. Με εργαλείο το σεξισμό και την “πολιτική ανωριμότητα“ αποκλειόμουν συστηματικά. Ήταν η χειρότερη ίσως δίωξη που έχω υποστεί στη ζωή μου, η πιο σκληρή και αδίστακτη. Στρέφονταν στην καρδιά της πνευματικής και ψυχικής μου ισορροπίας.». Η Έλλη Γεωργιάδου, του αγώνα ενάντια στη Χούντα, του λαϊκού αγώνα για εργατικά και πολιτικά δικαιώματα, του Γυναικείου αγώνα, σε μια συνέντευξη ποταμό, με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας.


Η Έλλη δε θέλει να γράψω το επίθετό της. Η Έλλη δε θέλει να βάλω τη φωτογραφία της. Δε θέλει να τη γνωρίζεις στο δρόμο. Η Έλλη επιμένει να είναι λαός και αντίσταση, ένα αιώνιο κοριτσίστικο φως, δυνατό και αμείωτο. Αρνείται να ηττηθεί. Η Έλλη χρειάστηκε τρεις μέρες για να αποφασίσει να μου μιλήσει. Με πέρασε εξετάσεις. Τη βάση την πήρα. Αγαπηθήκαμε. Κι η συνέντευξη ξεκίνησε μεσάνυχτα και τελείωσε τρεις το πρωί, λίγο πριν πάρω το λεωφορείο να γυρίσω στην Αθήνα. Τότε ενέδωσε, και επέτρεψε να γράψω το επίθετό της. Η Έλλη Γεωργιάδου του αγώνα που δεν έπαψε ποτέ, σε αυτή τη συνέντευξη χρειάστηκε ερωτήσεις, λόγω σεμνότητας. Όμως, καμμία ερώτηση δεν χρειάζεται, όταν μιλάει η Έλλη. Κι όσες έμειναν, είναι γιατί στον ποταμό αυτόν μπαίνεις και ξαναμπαίνεις κι είναι ο ίδιος, και ήξερα ήδη που βαπτίζομαι. 

>>Συνειδητοποιήθηκα στο Βερολίνο το ’70. Εκεί βρέθηκα σε ένα χώρο, αμέσως μετά το Μάη του ’68, που ακόμα ζούσε ο Μάης. Ήταν το ’70 παρά κάτι. Ήτανε στα ντουζένια του. Γινόταν ένας χαμός. Το Βερολίνο γινόταν η Μητρόπολη της Ευρώπης, διότι, όλες οι Δυτικές δυνάμεις τσοντάρανε με ό,τι είχανε και δεν είχανε, και ιδιαίτερα η Γερμανία επένδυε ό,τι παραπάνω μπορούσε, για να δημιουργήσει τη βιτρίνα απέναντι στο Ανατολικό μπλοκ, που θα ‘βγαζε το μάτι της Σοβιετίας.

Και είχες και πάρα πολλά προνόμια. Για παράδειγμα, οι νέοι που σπουδάζανε στο Βερολίνο απαλλάσσονταν από το στρατιωτικό. Ερχόταν ο κόσμος απ’ όλη την Ευρώπη, απ’ όλη τη Γη στο Βερολίνο. Και βέβαια υπήρχαν όλα τα κινήματα, όλων των χωρών εκεί ζωντανά. Το αντιχουντικό το δικό μας, Τούρκοι αντιφρονούντες, Πέρσες που αγωνίζονταν κατά του Σάχη, οι πάντες. Όλα αυτά γινότανε αντικείμενο ενασχόλησης όλων μας, εκείνης της σύνθετης νεολαίας, απ’ όλο τον κόσμο, και λάμβανε μια τρομακτική διάσταση. Πολιτική διάσταση, δηλαδή, σύνθεσης. Η οποία αναβάθμιζε σε ένα πολύ ανώτερο επίπεδο την επίγνωση του τι συμβαίνει. Το καταλαβαίνεις φαντάζομαι.

Ας πούμε, για τα εγκλήματα του Σάχη, από εκεί είχα επαφή. Αλλά είχα επαφή. Δηλαδή δεν ήταν ξώφαλτσα. Βέβαια από ακούσματα ήταν, αλλά οι άνθρωποι ήταν εκεί, ήταν ζωντανοί, υποφέρανε και οι οικογένειές τους και οι ίδιοι, άλλοι δε μπορούσαν να γυρίσουν, άλλος έχει περάσει βασανιστήρια…

Ταυτόχρονα υπήρχε και όλη η ιστορία του Μάη. Δηλαδή υπήρχαν οι κομμούνες, καταλήψεις και αποκαταστάσεις κτηρίων… Μένανε οι άνθρωποι συλλογικά εκεί, κάνανε κανονικές κομμούνες. Υπήρχε το κίνημα για την αντι-αυταρχική εκπαίδευση, το από κοινού μεγάλωμα των παιδιών, ο προβληματισμός πάνω σ’ αυτά, μέσα και από το πρίσμα του ρεύματος των Μαρκούζε – Αντόρνο, και κυρίως μέσα από το υπαρξιστικό κίνημα, που τότε φούντωνε σε όλη την Ευρώπη. Έφευγα από εδώ, από τη Χούντα και πήγαινα εκεί, σ’ αυτό το χώρο. Δε μπορώ να σου περιγράψω την αντίφαση. Τότε είχε πρωτοϊδρυθεί το ΕΚΚΕ. Εγώ ήμουν από τους πρώτους που μπήκαν αμέσως μετά την ίδρυση. Συνάντησα κάποιους ανθρώπους από κει. Μου μιλήσανε γι’ αυτό. Ενθουσιάστηκα.

ΕΚΚΕ σημαίνει Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας. Είναι σε αντιπαραβολή με το ΚΚΕ. Είναι ΕΚΚΕ, Επαναστατικό ΚΚΕ, απέναντι στο ρεβιζιονιστικό, προδοτικό ΚΚΕ. Και μέσα στο ΕΚΚΕ υπήρχανε άνθρωποι διαφόρων πολιτικών καταγωγών, όπως και στο Μάη του ’68. Ήταν και κάποιοι παλιοί του ΚΚΕ, που είχαν έρθει από την Ανατολική Γερμανία στο Δυτικό Βερολίνο. Ο Χρήστος ο Μπίστης, ας πούμε, σκηνοθέτης, εκεί. Με ανοιχτό μυαλό. Αλλά ήταν και άλλοι άνθρωποι, δηλαδή ήταν Γκεβαρικοί… μπορεί να μην υπήρχαν αναρχικοί και τροτσκιστές, ήταν όμως ευρύ το φάσμα. Η πεντάδα ήταν Μαρξ, Έγκελς, Λένιν, Στάλιν, Μαο τσε Τούνγκ. Ο μέγας σύντροφος πρόεδρος…

Εκεί έμαθα περισσότερα πράγματα για το Ελληνικό κίνημα. Εκεί μου άνοιξε το μάτι. Να πω το εξής: Η δικιά μου η κατεύθυνση, θα είναι η κατεύθυνση επηρεασμένη από την αναγέννηση της κοινωνίας, μέσα από το γκρέμισμα των παλιών συμβάσεων, της υποταγής… Δηλαδή δεν ήταν τόσο η παράδοση του ΚΚΕ, όσο ήταν το νέο ρεύμα. Με το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, με Μάη, με όλο αυτό εκείνης της εποχής. Και αυτό έμεινε κιόλας. Αυτό μου έμεινε σε όλη μου τη ζωή.

Στο Βερολίνο ήμουνα στην παρανομία, γιατί δεν έπρεπε να καταλάβει κανένας από τους εκεί Έλληνες ότι είμαι στο ΕΚΚΕ. Κρυβόμουν. Ανεβοκατέβαινα Ελλάδα δύο τρεις φορές το χρόνο, κουβαλούσα έντυπο υλικό, στρατολογούσα ανθρώπους, γινότανε δουλειά από τότε. Κάποιες φορές κατεβαίναν κι εδώ σύντροφοι παράνομα.

«Κρύβομαι» σημαίνει ότι δε μιλάω ανοιχτά πολιτικά πουθενά και ποτέ. Ότι κάνω τον πολιτικά άσχετο. Δεν ξέρω τίποτε από αυτά, λες. Επίσης, διανέμω υλικό, μοιράζω προκηρύξεις, κάνω τέτοια πράγματα. Είχα κάνει ένα τάβλι, ένα βιετναμέζικο πολύγραφο και τύπωνα ό,τι υλικό μοιράζαμε εδώ. Στο γραφείο το είχα κρυμμένο. Διάδοση κάνεις και στρατολόγηση.

Πηγαινοερχόμουνα τρία χρόνια. ’70, ’71, ’72. Τα Χριστούγεννα του ’72 ήρθα για λίγο περισσότερο καιρό, δυό τρεις μήνες, και στις αρχές του ’73 με πιάσανε. Μοιράζαμε μία προκήρυξη για τις εκλογές της ΓΣΕΕ. Ήταν Φλεβάρης, αν θυμάμαι καλά. Πετάξαμε μία προκήρυξη το βράδυ, πιάσανε τα δύο παιδιά που το κάνανε και αφού τους σαπίσανε, αυτά είπαν από πού τις πήραν. Ήρθαν για μένα στις τέσσερις το πρωί.

Λοιπόν, να σου πω τώρα ένα πράμα. Ξέρεις, όταν με πιάσανε, ηρέμησα. Μου πέρασε ο φόβος. Αυτομάτως μου πέρασε κάθε φόβος. Είχα ως τοτε την αγωνία «τι θα γίνει αν με πιάσουν»; Και η κύρια αγωνία ήταν τα βασανιστήρια, αν και ποιον θα καρφώσεις, χωρίς να το θες. Γιατί, ξέρεις ότι οι δυνάμεις σου και οι αντοχές σου έχουνε όρια. Και αυτό ήταν που έτρεμα. Όταν με πιάσανε όμως, είχα μπροστά μου κατάφατσα τον εχθρό. Το πιστεύεις ότι σταμάτησα να φοβάμαι; Ήταν τα πράγματα τόσο ξεκάθαρα, δεδομένα πλέον, που έλεγες «εδώ είμαστε τώρα, ό,τι μπορούμε θα κάνουμε».

[Όταν σε πιάσουν και σε βασανίσουν] δουλεύει και το μυαλό. Για ορισμένους ανθρώπους, που ήξερα ότι ξέρουνε ότι είναι στο ΕΚΚΕ, και οι οποίοι δεν ήταν εδώ, να μπορούν να τους αγγίξουνε, είπα, «α, αυτόν τον ξέρω». Γι’ αυτούς που ήταν εδώ και που κινδυνεύανε άγρια… Ας πούμε, εμένα ο πυρήνας μου ήταν τρεις, οι άλλοι δυο ήταν ένα ζευγάρι, που είχαν δυο παιδιά και μία μάνα ανήμπορη, με έναν περιορισμένο μισθό, και προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα, για να επιβιώσουν, με το ζόρι… Αν τους πιάνανε αυτούς τους δύο, η μάνα η ανήμπορη και τα δύο μικρά παιδιά, τα οποία ήταν τριών και πέντε, δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Καμία. Δεν ξέρω τι θα γινότανε. Αυτούς δεν τους έδινες με τίποτα, που να σε σκοτώνανε. Πώς θα τους πεις;

Εκεί όμως τους παίξαμε και χοντρό παιχνίδι, συνεννοημένο από πριν. Με τη συντρόφισσα είχαμε μαζί γραφείο. Την ανακρίνανε κι αυτή. Στις ανακρίσεις και οι δύο κατηγορούσαμε η μια την άλλη. Λοιπόν, δε τους πιάσανε. Δε τους μαζέψανε. Το χάψανε.

Στρατολόγησα και άλλους ανθρώπους εδώ, που κάνανε άλλους πυρήνες. Αλλά ήξερα τον έναν. Και από κει και πέρα δεν ήξερα αυτός πόσους άλλους έκανε. Τίποτε. Αυτόν τον έναν τον πιάσανε. Γιατί έκανε μία πολλή μεγάλη βλακεία. Ενώ υπήρχε συνεννόηση και για κάθε ραντεβού υπήρχαν και δοκιμαστικά και εφεδρικά, αυτός ήρθε την άλλη μέρα το πρωί και χτύπησε το κουδούνι μου, χωρίς πρώτα να ελεγξει τίποτα. Περιμένανε μέσα και τον μαγκώσανε. Από κει και πέρα, τους άλλους δεν ξέρω πώς τους πιάσανε.

Με πιάνουν στη Θεσσαλονίκη και μας πάνε Βαλαωρίτου ενάμιση μήνα, στο υπόγειο, κάτω.

Ήταν ένα υπόγειο του κτιρίου της Βαλαωρίτου. Ένα μεγάλο υπόγειο μονόχωρο με κολώνες μέσα. Και είχανε κτίσει δύο μπαταρίες από κελιά πιο χαμηλά απ’ την οροφή, με μία τρύπα επάνω και με ένα μεταλλικό παράθυρο μπροστά. Ήταν δυόμιση επί ενάμιση, δύο το πολύ… ούτε δύο, ένα ογδόντα. Και είχε κάτω ένα στρώμα στη μία πλευρά. Το οποίο ήταν ένα πράμα από άχυρα, τζίβα, δεν ξέρω τι ήτανε… κατουρημένο, χεσμένο, ό,τι θες. Και τίποτα άλλο. Μπετόν, υπόγειο, υγρό…

Κάνανε το εξής: Μας είχαν εκεί μέσα, στη σειρά, τον καθένα χώρια, και με το που βράδιαζε, φέρνανε διάφορους πιτσιρικάδες που πιάνανε για μηχανάκια, ναρκωτικά, τσιγγάνους με ναρκωτικά, πιτσιρικάδες όμως. Όλο το βράδυ, οι μπάτσοι σαπίζανε στο ξύλο τα πιτσιρίκια στον κενό χώρο ανάμεσα στις μπαταρίες από κελλιά. Όλο το βράδυ περνούσαμε με κραυγές, ν’ ακούς ξύλο, να μη βλέπεις τίποτα αλλά ν’ ακούς αυτές τις κραυγές. Και το κάνανε σκόπιμα. Δηλαδή το κάνανε και για τους κλεφτοκοτάδες, το κάνανε και για μας. Ήταν κι αυτό μέσα στο πλαίσιο, να μη κοιμηθείς. Και να φοβηθείς κιόλας.

Η φάλαγγα είναι χτύπημα στις πατούσες με σιδερολοστό. Δηλαδή σου περνάνε τα πόδια ανάμεσα στον ιμάντα και σε ένα όπλο, το στρίβουν και πιάνουν ένας από δω και ένας από κει το όπλο, το σηκώνουν ψηλά για να είναι ψηλά τα πόδια σου και βαράνε με ένα σιδερολοστό. Είναι ένας πόνος που χτυπάει στον εγκέφαλο κατευθείαν. Πονάς ολόκληρος. Λοιπόν, σε βάζανε σε ένα άλλο κελί, μπαίνανε μέσα εφτά οκτώ νταγλαράδες, τεράστιοι, γύρω γύρω, οι δύο κρατούσαν και ένας βαρούσε. Αλλά ήταν οκτώ θηρία γύρω γύρω. Αυτό ήταν η φάλαγγα. Και διάφορα άλλα μας κάνανε. Εμένα μόνο φάλαγγα μου κάνανε, ηλεκτροσόκ δε μου κάνανε. Σε άλλους συντρόφους όμως κάνανε. Και κάνανε αυτό το πράγμα με μπικ ανάμεσα στα δάχτυλα και γερό σφίξιμο του χεριού. Αυτό το έκανε ο βασανιστής Μπαθρέλος… Αυτό είναι φοβερό. Πονάει πάρα πολύ. Σου βάζουνε στο χέρι ανάμεσα στα δάχτυλα, και σφίγγουνε πάρα πολύ γερά.

Μένουμε στη Βαλαωρίτου ενάμιση μήνα. Πώς το πέρασα αυτό… Με ρίχνανε μες στο κελί, μετά απ’ το ξύλο και μπουνιές, στο σώμα, στο πρόσωπο, παντού. Με το που έμπαινα μέσα, ξάπλωνα και κοιμόμουνα, ακαριαία. Ξαναξυπνούσα, όταν ερχόντανε να με ξαναβγάλουν, για να μ’ ανεβάσουν επάνω. Όλο τον ενάμιση μήνα, αν θες πίστεψέ το, κοιμόμουνα. Ήτανε κανονική απόσυρση. 100% όμως. Κι αυτό μ’ έσωσε. Αντέδρασε ο οργανισμός μου μ’ αυτό το πράγμα. Αυτό μ’ έσωσε. Βέβαια αν μ’ έβλεπες, ήμουν απ’ την κορυφή ως τα νύχια μαύρη, σαν το παντελόνι σου. Δεν υπήρχε δέρμα.

Μετά από ενάμιση μήνα, μας πάνε στον ανακριτή, λοιπόν. Υποτίθεται ανακριτής. Ξέρω γω τι σκατά ήτανε. Μας είπε αυτά που είχαμε πει, μας τα ‘γραψε, τα υπογράψαμε και μας κάναν μεταγωγή Αθήνα. Υπήρχε τότε η Χωροφυλακή, που ήταν όλη η επαρχία, και η Ασφάλεια που ήταν στην Αθήνα. Η Αστυνομία Πόλεων, ξέρω γω πώς τη λένε. Αυτά ήταν δύο υπηρεσίες χοντρά συγκρουόμενες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Και γινόταν ένας καυγάς από την αρχή. Αν θα μας αναλάβει η ΚΥΠ, η Ασφάλεια, ή η Χωροφυλακή.

Να σου πω ένα σχετικό περιστατικό: Όταν με ρωτούσανε «ποιους συναντούσες απ’ την οργάνωση», είχα πει ότι ερχόντανε κάποιοι παράνομοι, που δεν ξέρω πώς τους λένε, γιατί ήταν συνωμοτικοί οι κανόνες, και συναντιόμασταν σε μία γιάφκα στην Αθήνα. Πού είναι αυτή η γιάφκα; Είπα ότι δεν ξέρω, γιατί πήγαινα με δεμένα μάτια. «Καλά, θα πάμε στην Αθήνα να την βρεις». Και με παίρνουν μ’ ένα μπατσάδικο, εν έτει ’73, που η Εθνική οδός τι ήτανε; και είμασταν σε τεσσεράμιση ώρες στην Αθήνα. Δύο νεαροί μπάτσοι παλαβοί, πώς δεν σκοτωθήκαμε δεν ξέρω, τους είπα ότι ήτανε κάτω στην Πλάκα, αλλά δεν ξέρω ακριβώς πού, νομίζω ότι ήτανε στην Πλάκα, αρχίζουμε να γυρνάμε τα στενά της Πλάκας, μπας και θυμηθώ κάτι. Και είναι η σκηνή ότι πάω εγώ μπροστά, η οποία τι πάω; ψιλοσέρνομαι, διότι τα πόδια μου ήταν σακατεμένα. Και από πίσω, σε απόσταση πέντε βημάτων οι δύο μπάτσοι, και κάνουμε μία πομπή στα πεζοδρόμια της Πλάκας, που σταματάει ο κόσμος και γυρίζει και κοιτάει μέχρι που να χαθούμε. Έκανε μπαμ ότι εδώ είναι πολλή βρώμικη δουλειά.

Λοιπόν, ανεβαίνουμε στην πρώτη πολυκατοικία, χτυπάμε κουδούνια, βγαίνουν διάφοροι άνθρωποι, φαινότανε ότι ήταν άσχετοι, κάτι παππούδες, κάτι ό,τι θες, δεύτερη πολυκατοικία, τρίτη, πέμπτη, δέκατη… δε βρέθηκε η γιάφκα. Με ξαναβάλανε άρον-άρον στο αυτοκίνητο, μη μείνω στην Αθήνα και με παραλάβει η Ασφάλεια και με χάσουν, άλλες τεσσεράμιση ώρες και πίσω.

Δυο εβδομάδες μετά, μας κατεβάσανε όλους κάτω στην Αθήνα, σταμάτησε η ανάκριση, υποτίθεται ό,τι είχαν να βγάλουν, το βγάλανε, δεν πιάσανε κανέναν άλλον, σταμάτησε εκεί, είχανε πιάσει τον Κοτανίδη, εμένα, τον Άγι Τσάρα, και τα δύο παιδιά που μοιράζανε προκήρυξη. Και μαζέψανε μαζί τον Βαγγέλη Καργούδη και τον Πέτρο Παπασαραντόπουλο, κατά λάθος, δεν είχαν καμία σχέση οι άνθρωποι με το ΕΚΚΕ, αυτοί ήταν στο ΚΚΕ Εσωτερικού. Και είναι κι αυτοί μέσα στη δικογραφία. Τζάμπα. Φάγανε κι αυτοί πολύ ξύλο.

Μεσογείων μείναμε άλλο ένα μήνα, στα κεντρικά, όπου δε γινότανε τίποτα, απλά μας είχανε μέσα. Τους τέσσερις άντρες τους βάλανε σε ένα κελί μαζί, και στο διπλανό εμένα μόνη μου. Μετά από τόσο καιρό και από όλα αυτά, είναι οι άλλοι μαζί και να κάνουνε παρέα, μιλούσανε, πλάκες, και εγώ δεν είχα δει άνθρωπο. Είναι πολύ άσχημο αυτό. Εκεί δεν γινόταν τίποτε από ανάκριση. Είχε κλείσει η υπόθεση δηλαδή. Απλά υπήρχε κάποιος χρόνος, μέχρι να αποφασίσουν αν θα μας προφυλακίσουνε, ή, τι θα μας κάνουν; Να γίνει η διαδικασία προφυλάκισης δηλαδή στην ουσία.

Άλλο περιστατικό: Λοιπόν, οι δικοί μου ήρθανε στην Αθήνα, σ’ αυτό το διάστημα και έμεναν στο σπίτι της θείας μου. Έξω από τα κελιά υπήρχε ένας διάδρομος, που πηγαινοερχότανε πάντα ένας μπάτσος. Και αυτοί ήταν μπατσάκια, δηλαδή ήταν παιδιά είκοσι χρονών, που μπήκανε για βιοπορισμό στην αστυνομία. Ένα βράδυ ανοίγει ένας τέτοιος μπάτσος το παραθυράκι, με λυπήθηκε που ήμουν εκεί μόνη μου, που είχα το χάλι μου, που ήμουνα το μαύρο μου το χάλι και μου λέει, «θες να πω στη μάνα σου ότι σταματήσανε το ξύλο»; Λέω ναι. «Έχεις να μου δώσεις τηλέφωνο»;

Παίρνει τηλέφωνο, λέει θέλω να τους πω νέα για την κόρη τους, μήπως είναι εκεί, αρπάζει ο πατέρας μου το ακουστικό και πριν ακούσει καλά καλά τι είχε να του πει ο μπάτσος, μόλις του είπε ότι είναι καλά η κόρη σας, ουρλιάζει ο πατέρας μου, «ποιος είσαι εσύ;» και τέτοια… Έντρομος ο μπάτσος το κλείνει. Και έρχεται την άλλη μέρα και μου λέει αυτό κι αυτό. Ναι αλλά, το ίδιο βράδυ, πολύ αργά, έρχονται οι δικοί μου τρέχοντας στο Διοικητή… ποιος ήταν… ο Θεοφιλογιαννάκος ήταν;… δε θυμάμαι… Και του λένε «η κόρη μας έχει επαφές με το ΕΚΚΕ γιατί μας τηλεφωνήσανε και μας είπανε ότι ξέρουν ότι είναι καλά. Βρείτε ποιος είναι». Όλα αυτά για «το καλό μου», για να διαλυθεί το ΕΚΚΕ και να μη ξαναμπλέξω. Και με κατεβάζουν το ίδιο βράδυ στο υπόγειο και ξαναξεκινάει η φάλαγγα. Κράτησε μία εβδομάδα αυτό… Δεν τον έδωσα το μπάτσο. Αυτοί είχαν πιστέψει ότι κάποιος ασφαλίτης ήταν ΕΚΚΕ. Και κάθε βράδυ, όταν ερχότανε ο μπάτσος στη βάρδια του, άνοιγε το κελί, έμπαινε μέσα κλαίγοντας, γονάτιζε, μου αγκάλιαζε τα πόδια και έκλαιγε και μου έλεγε: «σε ικετεύω, μην με δώσεις». Κι εγώ του έλεγα: «καταλαβαίνεις τι κάνετε; Καταλαβαίνεις τώρα τι κάνετε; Τουλάχιστον τώρα να το καταλάβεις, που ήρθες εδώ μέσα». Δεν υπάρχει όμως χειρότερο πράγμα από το να σε ικετεύει κάποιος…

Αμέσως μετά την μεταπολίτευση ξαναβρεθήκαμε, γιατί μετά έγινε το δεύτερο χτύπημα του ΕΚΚΕ. Δηλαδή μετά το Πολυτεχνείο, έγινε το πολύ μεγάλο χτύπημα, που πιάσανε και Μπίστη και Στάγγο και πάρα πολλούς συντρόφους. Εγώ έμεινα στον Κορυδαλλό ως τον Αύγουστο του ’73, που δόθηκε η πολιτική αμνηστία, στους πολιτικούς κρατούμενους, και βγήκα μετά και το πρώτο που έκανα, ήταν να πάω στη Λήμνο να δω το Στέφανο [τον τότε σύζυγό της], που υπηρετούσε εκεί. Με το που πάω στη Λήμνο, με φωνάζει ο στρατιωτικός διοικητής, και μου λέει «δε θα ξαναφύγεις από δω, μέχρι ν’ απολυθεί ο άντρας σου, γιατί εγώ θέλω να έχω το κεφάλι μου ήσυχο». Βάζει δύο μπάτσους, να με παρακολουθούν μόνιμα. Έτσι δε με ξαναπιάσανε. Ήταν άτυπη εξορία, ως τον Ιούλιο του ’74. Τότε ξαναγύρισα στην Αθήνα.

Μεταπολίτευση, σε μία παράσταση του Ελεύθερου Θεάτρου, στο Άλσος του Παγκρατίου που ήταν η παράσταση, και στο πεζοδρόμιο απέξω, ήταν παρατεταγμένες κλούβες, τίγκα στους μπάτσους. Μεταπολίτευση βλέπεις! Άλλαξε ο κόσμος! Και ξαφνικά βλέπουμε ένα μπάτσο απ’ τις κλούβες, να έρχεται τρέχοντας κατ’ επάνω μας. Σαν τρελός. Κάθεται ο κόσμος ξαφνιασμένος και κοιτάζει, τι είναι αυτό; Και κάθονται και οι μπάτσοι και κοιτάνε τι κάνει αυτός; Φτάνει λοιπόν ο μπάτσος, ορμάει πρώτα επάνω μου, με αγκαλιάζει κλαίγοντας, με σηκώνει όρθια, δεν ήξερε τι να κάνει. Σαν τρελός. Ήταν πλάι ο Κοτανίδης, αγκαλιάζει και τον Κοτανίδη και γίνεται ένα πανηγύρι. Καλά εγώ δεν πηδούσα από τη χαρά μου, που είδα το μπάτσο, πηδούσε αυτός όμως. Γλεντούσε. Και τον Κοτανίδη το Γιώργο. Μέχρι που μετά ο μπάτσος αισθανόταν αμηχανία… γύρισε πίσω, αλλά είχανε μείνει όλοι με το στόμα ανοιχτό, και οι μπάτσοι και εμείς, γιατί δεν μπορούσανε με τίποτα να διανοηθούνε τι έτρεξε. Δηλαδή ούτε αδερφή του να ήμουν… Ήταν αυτός που ήταν στην ασφάλεια, που δεν τον έδωσα. Που μπορούσε τώρα, έτσι, να μου πει ευχαριστώ. Αυτά είναι τα ανέκδοτα.

Γυρίζω Θεσσαλονίκη. Και βέβαια, υπάρχει πια νόμιμα το ΕΚΚΕ, και αρχίζει η περίοδος με τις μάχες των δρόμων, που λέω εγώ, όλα τα πρώτα χρόνια. Ήταν ένα εργατικό κίνημα, ένα λαϊκό κίνημα που συνεχιζότανε. Με άξονα διεκδίκησης δημοκρατικών – συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, αυτό που έκανε η αστική τάξη της Ελλάδας ήταν να ξαναμαζέψει και να ξαναχαλιναγωγήσει ό,τι δικαίωμα θεωρούσε ο λαός ότι κέρδισε. Και οι φοιτητές, και οι εργάτες, και ο λαός θεωρούσαν ότι έκαναν την επανάσταση και νίκησαν. Και απελευθερώθηκαν. Και ότι δικαιούνταν πράματα. Και οι άλλοι προσπαθούσαν πάση θυσία, όσο γίνεται αυτό να το περιορίσουν, να το ξαναμαζέψουν, να αυστηροποιήσουν το καθεστώς, όσο μπορούσαν παραπάνω. Εξ ου και γίνονταν πάρα πολύ χοντρές συγκρούσεις. Μια μεγάλη στιγμή, εδώ στην Βόρεια Ελλάδα εκείνης της εποχής, είναι η απεργία Μαντέμ – Λάκο. Απίστευτη ιστορία, η οποία έφτασε σε ανταρτοπόλεμο, κανονικά με όπλα πάνω στα βουνά, στο Χολομώντα, και είναι μία ιστορία που την έχω ζήσει από κοντά, γιατί είμασταν εκεί συνέχεια.

Αυτά είναι τα Μεταλλεία του Μποδοσάκη, όπου οι συνθήκες ήταν τραγικές. Πήγαινες στα χωριά στην Κυρά Παναγιά, στο Στρατώνι, στο Παλιοχώρι -το Παλιοχώρι ήταν το επίκεντρο, η Κυρα Παναγιά η έδρα του Σωματείου – και έβλεπες μόνο μαυροντυμένες γυναίκες, νέες γυναίκες, πήγαιναν στο νεκροταφείο, και ήταν οι ταφόπλακες όλες 30, 35, 40 χρονών το πολύ. Άντρες νεκροί από ατυχήματα και από πνευμονοκονίαση. Τότε είχε βγει το ζήτημα της πνευμονοκονίασης, πρώτη φορά, υπήρχε μία γιατρός του Παπανικολάου, μία πολύ γενναία γυναίκα πνευμονολόγος, η οποία το ‘βγαλε στη φόρα. Πηγαίνανε εκεί οι μεταλλωρύχοι, τους εξέταζε και έκανε διαγνώσεις, οι οποίες ήταν βαριά πνευμονοκονίαση, δεν σώζεται, το ‘βγαλε όλο στη φόρα, έγινε ένας χαλασμός στον Τύπο και προσπαθήσανε να το θάψουνε πάση θυσία. Η Χριστίνα…

Λοιπόν, ο Μποδοσάκης ήταν ανυποχώρητος, οι απεργοί ήταν ανυποχώρητοι, βγήκε το άχτι δεκαετιών. Δεν κάναν πίσω με τίποτε. Σημειωτέον ότι σ’ εκείνα τα χωριά ο κόσμος είναι δεξιός. Ήταν δεξιοί πιο πολλοί. Και όλο το Συμβούλιο, και μάλιστα και ακραίοι δεξιοί κάποιοι απ’ αυτούς, αλλά δεν καταλαβαίνανε τίποτα. Το δεύτερο χρόνο, όταν στείλανε χωροφυλακή και στρατό, οι απεργοί πήραν τα όπλα τους και ανεβήκανε στα βουνά. Και έγινε για δύο βράδια, αν θυμάμαι καλά, ήμουνα κι εγώ εκεί, αλλά η μνήμη μου… έγινε κανονικός πόλεμος με πυροβολισμούς… κρυφτήκανε οι απεργοί. Μετά δεν τους ξαναπήρε ποτέ, φύγανε όλοι Αφρική… όλοι ξενιτευτήκανε. Τους πέταξε έξω η Ελλάδα κανονικά. Τους πέταξε έξω. Και δεν έκανε κανείς τίποτα. Δεν είπε κανείς τίποτα… Ηρωική απεργία. Το λέω τώρα και ανατριχιάζω ολόκληρη. ‘

Γίνονται διαμαρτυρίες παντού, μαζικές διαδηλώσεις, συγκρούσεις στους δρόμους, γίνονται διάφορα άλλα, ας πούμε η πλημμύρα του Δενδροπόταμου, θα πνίγονταν οι άνθρωποι και έγινε μία τέτοια φοβερή συμπαράσταση… και το Δενδροπόταμο τον έχω ζήσει γιατί ήμουν ένα χρόνο κάθε μέρα εκεί, κάνανε ένα παιδικό σταθμό για να μπορούν να πιάσουν δουλειά οι μανάδες και κρατούσαν εκ περιτροπής τα παιδιά κι εμείς μαζί για να μπορέσουν να βρουν δουλειά να κάνουν, ό,τι επισκευές μπορούσαν για να έχουν σπίτι, αλλά από μόνοι τους. Χωρίς λεφτά… μετά διαλύθηκε ο παιδικός σταθμός, δεν μπορέσανε να τον κρατήσουνε παραπέρα. Κοίτα, είχαμε μία συντρόφισσα η οποία ήταν παιδαγωγός, μία άλλη που ήταν ψυχίατρος, αυτές κυρίως δίνανε την κατεύθυνση και βέβαια η κύρια κατεύθυνση ήταν η πολιτική, αλλά στήθηκε αυτό το πράγμα και δούλεψε. Δούλεψε δηλαδή γερά.

Προσπαθήσαμε να το αφήσουμε στις μαμάδες αλλά υπάρχει και ένα ζήτημα πολιτισμικό. Δεν είχανε τέτοια βιώματα ποτέ. Ήταν τσιγγάνοι, ρομά, οι οποίοι έχουν τις σχέσεις τους μεν, αλλά δεν έχουν την εμπειρία της συλλογικής αντιμετώπισης των ζητημάτων τους. Βοήθησε η Λαϊκή Αλληλεγγύη. Είχαμε μία οργάνωση που τη λέγαμε Λαϊκή Αλληλεγγύη. Εγώ, με έναν πυρήνα συντρόφων είχαμε την ευθύνη αυτής της οργάνωσης στη Θεσσαλονίκη.

Στην Αθήνα, η Λαϊκή Αλληλεγγύη παρείχε συμπαράσταση σε διάφορα κινήματα, μέσα από το καλλιτεχνικό δηλαδή, η Αφροδίτη Μάνου, ο Καφετζόπουλος, αυτοί όλοι… Καμιά φορά έρχονταν και έκαναν κι εδώ συναυλίες. Ο Μικρούτσικος, ο Ζουγανέλης… Ολος αυτός ο οργανισμός κρατούσε τον κόσμο σε ένα επίπεδο που δυνάμωνε τη διάθεση να παλέψουν. Πολύς κόσμος, εκείνα τα χρόνια, έτσι; Πολύς κόσμος. Γίνονταν εκθέσεις με φωτογραφίες στο κέντρο της πόλης και μαζεύονταν λαός και έβλεπε φωτογραφίες, πράματα.. γραπτά…

Νομίζω, το κίνημα όταν γεννιέται δεν τελειώνει απλά. Η μεταπολίτευση στην ουσία μετάφερε όλον τον αγώνα ενάντια στη Χούντα στον αγώνα για τη διεύρυνση των δικαιωμάτων. Μέσα στο λαό πια. Δηλαδή καμία σχέση δεν είχε αυτό, πια, μόνο με φοιτητικό κίνημα.

Γίνονταν συγκρούσεις στους δρόμους φοβερές, με τους μπάτσους… ξύλο, συλλήψεις, δίκες, απανωτά. Του ΚΚΕ παίξανε τον αισχρότερο ρόλο που μπορείς να φανταστείς, διότι στην ουσία και αυτοί δε θέλανε να εμπεδωθούνε δημοκρατικά δικαιώματα, αφού χάνανε τον κόσμο τους έτσι. Το ΚΚΕ ήταν φασιστικό εκείνη την εποχή. Δηλαδή είχαμε να αντιμετωπίσουμε τους μπάτσους, και είχαμε να αντιμετωπίσουμε και το ΚΚΕ και την ΚΝΕ. Δεν αφήνανε τα μπλοκ μας να προχωρήσουνε. Να περάσουνε. Εμένα μου εξαρθρώσανε το χέρι. Ένας Κνίτης. Δηλαδή, τι έκανε; Αντί να με χτυπήσει, μου ‘πιασε το χέρι, ένας μέχρι εκεί πάνω, και μου το τίναξε πάρα πολύ δυνατά και μου ‘βγαλε τον καρπό. Δηλαδή τι να πω τώρα;

Αυτό το κίνημα, άρχισε να πέφτει σιγά σιγά. Δηλαδή πέρασε η γραμμή των ΚΚΕ, Εσωτερικού και εξωτερικού και της ανερχόμενης σοσιαλδημοκρατίας.

Όταν γίνανε οι δίκες των βασανιστών, εμείς είχαμε τη γραμμή να μην κάνουμε μηνύσεις, θεωρώντας ότι δεν πρόκειται να καταδικαστούν ποτέ. Ξέραμε ότι έτσι κι αλλιώς είναι χαμένη από χέρι η ιστορία και είναι απλά εξωραϊστικού χαρακτήρα, για να επιδειχθεί η δημοκρατικότητα της μεταπολιτευτικής πολιτικής. Λοιπόν, δεν κάναμε μηνύσεις και είπαμε επίσης ότι δε γραφόμαστε σε οργανώσεις αντιστασιακών, που ζητάνε αναγνώριση, επιδόματα και συντάξεις. Και δεν το κάναμε.

Η 17 Νοέμβρη δεν είναι αντιπαθητική οργάνωση για τον κόσμο. Αυτό βλέπω και αυτό ζω. Τότε ακόμα παραπάνω. Σήμερα δεν ασχολείται κανείς ιδιαίτερα, αλλά ο κόσμος δεν την έχει δει, ούτε την ένοιωσε σαν τρομοκρατία, για να τη φοβηθεί.

Το πρώτο μεγάλο σοκ το έπαθα με τον Κούλογλου, στην δολοφονία του Μπακογιάννη. Όπου βγήκε στην τηλεόραση.. Ο Κούλογλου ήταν στο ΕΚΚΕ, ξέρεις. Ήταν κεντρική επιτροπή. Λοιπόν βγήκε στη δολοφονία του Μπακογιάννη στην τηλεόραση, και είπε ότι και η βία, απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται, είναι καταδικαστέα και είπε, είπε, είπε, είπε… Και καθόμουνα και τον έβλεπα … κυριολεκτικά, είχα πάθει σοκ. Ντροπή! Αηδία. Και πώς τόλμησε. Αφού τον βλέπαμε όλοι. Θα μου πεις ποιοι όλοι; Και άλλοι τα ίδια κάνανε…

Από το ’76 και μετά, το ’77 δηλαδή, αρχίζει μία ιστορία… φθορά. Κατ’ αρχήν βγάζουμε τη θέση ότι ο κύριος εχθρός είναι ο σοσιαλ-ιμπεριαλισμός, μία λάθος θέση, ποτέ δεν ήταν ο κύριος εχθρός της ανθρωπότητας, οι Αμερικάνοι ήτανε, η Υπερδύναμη. Επίσης, ότι κύριος εχθρός από τα μέσα είναι το ΚΚΕ. Που δεν ήταν μόνο το ΚΚΕ, πώς να το κάνουμε; Ήταν η διείσδυση και η εξαγορά του συνδικαλιστικού κινήματος από το κυρίαρχο πολιτικό συνοθύλευμα, που το ΚΚΕ τη συγκάλυψε και τη στήριξε. Δεν ήταν όμως ο κύριος εχθρός. Ήταν πολύ εσωστρεφής η λογική μας. Εκεί αρχίζουν να διαφωνούν οι μαζικές οργανώσεις και το φοιτητικό… Αποχωρήσανε κανονικά άνθρωποι πολύ συγγενείς ιδεολογικά και με προσφορά και με πολιτικό κριτήριο και άποψη, υγιέστατη, και είπαν, Όχι, αυτό δεν το ανεχόμαστε. Αυτό είναι καταναγκασμός. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε εμείς με τέτοια γραμμή.

Είχα αντιρρήσεις και αντιθέσεις για τη γραμμή μας. Δεν μπορούσαν όμως να πιάσουν τόπο. Γιατί η αξιοπιστία μου, αλλά και η εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, είχε κλονιστεί σοβαρά. Με έναν περίεργο τρόπο είχα στιγματιστεί μέσα στην οργάνωση με το έκτυπο της γκόμενας. Με αυτό που δεν ήμουν ποτέ στη ζωή μου. Ξεκίνησε με το ότι ήμουν η πρώτη που χώρισε, επειδή «τη χωρισμένη γυναίκα οι μάζες τη βλέπουν σα θύμα ή σαν πουτάνα». Με εργαλείο το σεξισμό και την «πολιτική ανωριμότητα» αποκλειόμουν συστηματικά. Αυτό που λέμε σοσιαλφασισμό, έχει πολλούς ύπουλους δρόμους. Ήταν η χειρότερη ίσως δίωξη που έχω υποστεί στη ζωή μου, η πιο σκληρή και αδίστακτη. Στρέφονταν στην καρδιά της πνευματικής και ψυχικής μου ισορροπίας.

Στο σεισμό του ’78, όταν παλεύαμε στους καταυλισμούς, είπα ότι παραιτούμαι από την ευθύνη της Λαϊκής Αλληλεγγύης. Η απάντηση: «Τότε θα τη διαλύσουμε». Δεν άντεξα και έμεινα.

Μετά το 1976- 1977 αρχίζει να διαφαίνεται στο ΕΚΚΕ η λογική διεκδίκησης πολιτικής εξουσίας και μαζί της εμφανίζεται ένα σχίσμα στην ηγεσία του. Αυτό σε συνδυασμό με την κλιμάκωση της εσωτερικής καταπίεσης διάλυσε την οργάνωση, με ομόφωνη απόφαση του 99% των μελών της.

Αισθάνομαι ακόμη πολύ περήφανη γι αυτή την απόφαση. Με τα μυαλά που είχε αρχίσει να διαμορφώνει πια, το ΕΚΚΕ θα ήταν ένας άρρωστος πολιτικός φορέας και άρα ένας φορέας ο οποίος θα ‘κανε κακό. Ή θα ήτανε φορέας στείρος, όμως είναι το ΚΚΕ μ-λ.

– Τι σημαίνει ένας άνθρωπος, 50 χρόνια να είναι ενεργός πολιτικά στην αριστερά και να μη διεκδικεί τίποτα προσωπικό; Νομίζω, δηλαδή, ότι αυτό είναι το πιο μεγαλειώδες σ’ εσένα, όσο σε γνωρίζω…

Μάτια μου, τι σημαίνει αυτό; Αυτό είναι το να είσαι αριστερός. Τι άλλο είναι;

Δεν υπάρχει πλέον Αριστερά. Όχι στην Ελλάδα μόνο. Κακώς δηλαδή λέγεται Αριστερά. Πέθανε αυτό. Σε εποχές που το κίνημα είναι σε άνοδο, είναι και πολύς ο κόσμος που γίνεται αριστερός και έχει αρκετή συνοχή, η βούληση και η συγκρότηση αρχών ενός αριστερού κινήματος. Και συναισθηματικά ακόμα, άμα θες, και ψυχολογικά, και πολιτικά, και συγκρουσιακά, σε όλα τα επίπεδα. Είναι και λογικό, είναι φυσικό αυτό. Εκεί που κολλάει το πράμα είναι στις δύσκολες εποχές. Κι εκεί ξεχωρίζει και η ήρα απ’ το στάρι, και όταν το στάρι που μένει είναι ελάχιστο, τα πράματα είναι ακόμη πιο ζόρικα.

Αυτό που μένει είναι νήματα. Είναι νήματα, που είναι η προσωπική καταγραφή, που δεν προβάλλεται, είναι δουλειά. Ότι δουλειά μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του, σ’ αυτή την κατεύθυνση. Μπορεί να το κάνει εκεί που διδάσκει στο σχολείο, μπορεί να το κάνει για τα ΑΜΕΑ, μπορεί να το κάνει στα χίλια μύρια όσα… Για τις γυναίκες ή με τις γυναίκες… Αυτά όλα είναι νήματα. Είναι νήματα ζωών. Μπορεί να μην μπορούν για μία περίοδο να διασταυρωθούνε και να ενωθούνε, για μία περίοδο και γενιών ακόμα. Αλλά δεν πεθαίνουν εύκολα.

Όταν φαίνεται ότι δε μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο, αυτό μπορείς να το κάνεις. Τα νήματα πιστεύω, και δεν ξέρω αν είναι φαντασίωση ή είμαι ονειροπαρμένη, πιστεύω ότι δεν πεθαίνουν. Τι εμβέλεια έχουν είναι ένα ζήτημα το οποίο ούτε αυτό μπορώ να το αξιολογήσω και να το πω. Δηλαδή νήματα μπορούν να μείνουν από το Νοέμβρη [το Πολυτεχνείο], έως και από τα απόλυτα φαινομενικά ασήμαντα γεγονότα.

Δεν υπάρχει κανένα μεγαλύτερο κακό που πάθαμε, ειδικά στην κρίση, από την αφαίρεση των δημοκρατικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Κυρίως σ’ αυτόν στον τομέα των εργασιακών δικαιωμάτων. Το μεγάλο χτύπημα ήτανε εκεί. Ούτε στην φτώχεια, ούτε στην πτώχευση, ούτε σε τίποτα. Ήτανε στα εργασιακά δικαιώματα. Αυτό ήταν το πολύ μεγάλο κόστος που πληρώσαμε και που κάτσαμε και το φάγαμε. Το κατάπιαμε κανονικά χωρίς κιχ.

– Την άνοδο του φασισμού την περίμενες;

Όχι. Δεν την περίμενα. Τραγικό, αλλά πιστεύω δεν είναι το κύριο τραγικό. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το κύριο τραγικό, η κύρια ήττα ήταν τα εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα. Αυτό που και αν δεν το πλήρωσε ο λαός μας. Και αν δεν το πλήρωσε… Και όχι μόνο ο λαός μας. Όλοι οι λαοί της γης.

Τώρα είναι εντελώς αλλοι οι χειρισμοί πια. Δεν είναι νομοθετική αφαίρεση. Είναι διαφθορά της κοινωνίας. Με το να λέω διαφθορά της κοινωνίας δεν εννοώ του πολιτικού συστήματος. Εννοώ η κατάλυση του κοινωνικού ιστού, η καλλιέργεια του ατομισμού και του ανταγωνισμού στην βάση πια της κοινωνίας που δεν υπήρχε μέχρι σήμερα.

Η εξατομίκευση των πάντων: «είσαι ένας και μόνος σου, ο σώζων εαυτό σωθήτω και πάτα πάνω στους άλλους για να επιβιώσεις». Χωρίς αρχές, σαν να μη γίνεται τίποτα και αυτό το πράγμα είναι η οριστική καταστροφή, έτσι; Αυτή είναι μια άλλη μέθοδος. Δεν είναι η μέθοδος θεσμικής αφαίρεσης δικαιωμάτων κτλ. Είναι έτσι και αλλιώς ότι γίνεσαι το απόλυτο υποχείριο χωρίς να το έχεις πάρει χαμπάρι. Τίποτα! Χαμπάρι!

Δεν ξέρεις τι τρως, δεν ξέρεις πώς ζεις, δεν ξέρεις πώς περπατάς, δεν ξέρεις πώς οδηγείς, δεν ξέρεις πώς ανασαίνεις, δεν ξέρεις τι χρειάζεσαι, δεν ξέρεις ποιες ανάγκες είναι οι ανάγκες σου, τίποτα δεν ξέρεις! Όλη μας η ζωή είναι πλασματική! Είναι δήθεν! Και δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητά μας πουθενά. Με κανενός την πραγματικότητα δεν έχει να κάνει.

Πιστεύω ότι η αντίδραση σ’ αυτό το πράγμα, η άμυνα δηλαδή των ανθρώπων είναι να αποτραβιούνται, να αρνούνται να δουν αυτό που τους συμβαίνει, είναι μία πολύ σοβαρή κοινωνικού επιπέδου άρνηση. Και τη θέση της παίρνει η καλλιέργεια μιας φαντασίωσης, η οποία είναι ανεξέλεγκτη και η οποία πιστεύει ότι δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και ότι συμβαίνει αυτό που δεν συμβαίνει. Σαρτρ. Αυτό είναι Σάρτρ. «Ότι δεν είμαι αυτός που είμαι. Είμαι αυτός που δεν είμαι».

Η επιστροφή σε κοινότητα ή κοινωνία, νομίζω ότι αυτό θέλει Επανάσταση. Δε θα είναι ειρηνική, θα είναι μεγάλη σύγκρουση. Δεν έχει ομαλό δρόμο αυτό. Αυτό μπορεί να αρχίσει να φυτρώνει, γιατί ούτε αυτό έχει αρχίσει ακόμα, μέσα από τις καινούριες γενιές.

Επειδή η ζωή ξαναγεννιέται από την αρχή, κάθε φορά που γεννιέται ένα παιδί, λέω ότι μπορεί κιόλας να συμβεί. Δεν ξέρω όμως αυτά τα φυντάνια τι χώρο θα βρούνε για να σκάσουνε μύτη. Είναι πολύ δύσκολο, το έδαφος είναι πια χέρσο. Οι συνθήκες είναι όχι απλά δυσμενείς, είναι ό,τι πιο αποτρεπτικό μπορεί να υπάρξει για τη ζωή. Δεν το λέω μόνο για την Ελλάδα αυτό, για τον κόσμο όλο το λέω. Ο καπιταλισμός δεν είναι καπιταλισμός πια, ούτε ιμπεριαλισμός είναι… Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα καινούριο πράγμα, φαινόμενο που δεν το ξέρουμε.

Δηλαδή το να έχεις, ας πούμε μία παγκόσμια εξουσία η οποία είναι μία πυραμίδα, που είναι μέσα το χρηματοπιστωτικό και οι πολυεθνικές και όταν αυτές να ελέγχουν, όχι απλά να ελέγχουν, να έχουν καταργήσει τις κυβερνήσεις, και όπου όλα τους τα στελέχη είναι μισθωμένοι και μισθωτοί, πιόνια και μαριονέτες.

Όταν αυτή η παγκόσμια εξουσία, που δεν τη γνωρίζεις καν, δεν έχει τόπο, δεν είναι προσδιορισμένη στο χώρο, ούτε στο χρόνο, είναι σε επίπεδο άτυπων κέντρων λήψης αποφάσεων, σε διάφορα consortium ή ιδρύματα ή άλλα τέτοια παγκόσμια κέντρα, από φιλανθρωπικά μέχρι ό,τι θες, τα οποία στην ουσία σχεδιάζουν τις τύχες Ηπείρων ολόκληρων, ή τη δηλητηρίαση παγκόσμιων πληθυσμών ή ξέρω και γω, τρομακτικά πράγματα… Αυτό που και σήμερα ακόμα θα νόμιζες επιστημονική φαντασία, είναι η πραγματικότητα. Αυτή είναι η πραγματικότητά μας. Ο απόλυτος ετεροκαθορισμός μέσα από αυτές τις δομές. Τις οποίες δεν τις ξέρεις καν ποιες είναι. Δεν ξέρεις ονόματα, δεν ξέρεις τόπο, δεν ξέρεις χρόνο, δεν ξέρεις ποιοι, δεν ξέρεις ποιος με ποιον.

– Τι κρατάει έναν άνθρωπο; γιατί συνήθως βλέπουμε προδοσίες. Τι σε κράτησε με τόση συνέπεια εσένα; Γιατί είσαι σπάνια περίπτωση; Γιατί και συ τους είδες να σε προδίδουν οι σύντροφοί σου, τους είδες να εξαργυρώνουν αγώνες…

Κοίτα, δεν ξέρω αν είμαι σπάνια περίπτωση. Αλήθεια λέω, δεν το λέω για… Ξέρω μόνο ότι αυτό που προσπαθώ την κάθε μέρα είναι να έχω επίγνωση και αυτογνωσία. Να ξέρω, να προσπαθώ να ξεκαθαρίζω τι είναι αυτό που συμβαίνει ή που μου συμβαίνει, ή που κάνω ή που δεν κάνω, αλλά με μία ειλικρίνεια, ανεξάρτητα από το κόστος της. Αυτό.

Και όσο καταλαβαίνω, γιατί δεν ξέρω και εγώ σε ποιο βαθμό καταλαβαίνω, αλήθεια το λέω. Γιατί η πληροφορία πια είναι ένα τρομακτικό πράγμα… Ένα άλλο τεράστιο κακό που μας έχει πλακώσει, είναι ότι ανά πάσα στιγμή έχεις παντού εκατό πληροφορίες για το ίδιο πράγμα διαφορετικές. Αυτό είναι μια τρέλα. Είναι παράνοια. Πολύ δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις την αλήθεια μέσα απ’ αυτό. Δεν μπορείς. Απλά όσο αντέχει η κρίση σου, ο εγκέφαλός σου, η λογική σου, η νοημοσύνη σου, το συναίσθημά σου τόσο καταλαβαίνεις.

– Μου είπες εχθές κάποια στιγμή ότι δεν είχες ποτέ σου υπάλληλο.

Όχι, δεν είχα.

– Το να μπαίνεις, μέσα στον καπιταλισμό έτσι, μέσα σ’ αυτό το σύστημα τέλος πάντων, ο Θεός να το κάνει καπιταλισμό… στην Ελλάδα και να πρέπει να εργασθείς, δηλαδή να ζήσεις, με αυτές τις αρχές, πόσο δύσκολο είναι; Τι χτίζεις;

Κοίτα, είναι δύσκολο. Δηλαδή, δεν έχεις λεφτά ποτέ. Είσαι πάντα φτωχός. Αλλά πάντα ζεις. Αλλά, είσαι ελεύθερος. Ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι ότι ανακαλύπτεις διάφορες δουλειές και κάνεις για να ζήσεις. Εγώ ας πούμε έκανα πάρα πολλές δουλειές στη ζωή μου. Δηλαδή, πέρα από το ξυλουργείο που σου λέω ότι άνοιξα… χρειάζεται εφευρετικότητα.

Έκανα λίστες και έλεγα «τι μπορώ να κάνω; Αυτό, αυτό, αυτό, κι αυτό. Τι είναι αυτό που μου λέει παραπάνω να το κάνω από μέσα μου; Αυτό. Ε αυτό θα κάνω». Και προσπαθούσα να βρω τρόπο να το κάνω. Ας πούμε, μια εποχή που χρειάστηκε να είμαι κλεισμένη μέσα, με αποστείρωση, μάσκες και δεν έμπαινε κανείς, και δεν έβγαινε κανείς, ζωγράφιζα φούστες, τις έραβα και τις πουλούσα. Και έβγαζα καλά λεφτά, γιατί ήταν πάρα πολύ ωραίες και τις πληρώνανε ένα χιλιάρικο τη φούστα ας πούμε, τότε. Σε δραχμές. Έχω ακόμα δείγματα από τις φούστες. Έκανα, μετά, μαθήματα προβολικής παραστατικής, μόλις βγήκα από την καραντίνα, τον επόμενο χρόνο, σε φοιτητές του Πολυτεχνείου. Γιατί την παραστατική την παίζω στα δάχτυλα και την προβολική. Ό,τι μπορούσα να αξιοποιήσω από αυτά που ήξερα και… το ‘κανα. Δεν ήταν το «Είσαι αρχιτέκτονας και δεν ξέρεις τίποτε άλλο». Ότι μπορούσες, να ξέρεις και να το κάνεις για να ζεις.

– Και κάποια στιγμή έκανες και μια μικρή κομμούνα. Μαζί με κάποιους ακόμα.

Κοίτα. Οταν πρωτοάκουσα για την ιστορία του ενεργειακού σχεδιασμού, του παθητικού ενεργειακού σχεδιασμού, τρελάθηκα. Πώς έχει βγει η ενέργεια, που είναι ζωτικότατο ζήτημα, έξω από την αρχιτεκτονική; Και άρχισα να ψάχνω, και ήταν τότε που ξαναγύρισα στην αρχιτεκτονική και έκλεισα το ξυλουργείο… Αυτό έγινε το ’87. Εκεί μπήκα ας πούμε σ’ αυτόν τον τομέα, με εφαρμογές, το 1989. Το 1994 ξεκίνησε,με τρεις ανθρώπους, η Ανέλιξη και εκεί πήραμε και μία ευρωπαϊκή επιδότηση, γιατί την δεκαετία του ’90 η Ευρώπη έδινε πολλά λεφτά για τον παθητικό σχεδιασμό…. Η Ανέλιξη δεν ήταν ακριβώς κομμούνα. Η μεγάλη, σοβαρή της ομάδα έγινε το 2006 και ήταν μία πλήρης, ολόπλευρη συλλογική, ισότιμη και δημιουργική συνεργασία, 10-15 ανθρώπων, χωρίς καμιά διάκριση και διαβάθμιση οικονομική ή εξαιτίας εμπειρίας, ειδικότητας, γνώσης και προσόντων. Ήταν για όλους μας μία πρωτόγνωρη, απίστευτη εμπειρία ουσιαστικής συλλογικότητας, εμπιστοσύνης και δημιουργικότητας και αγάπης μεταξύ μας και γι αυτό που κάναμε. Τη σταμάτησε η κρίση το 2015.

Μετά το 2000 μπήκανε επιθετικά, στον ενεργειακό τομέα των κτηρίων, οι πολυεθνικές, με φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, τεχνητούς κλιματισμούς και αερισμούς, υπερβολικές μονώσεις και με τα τοξικά συνθετικά υλικά του πετρελαίου κ.λπ. Αυτό δεν στο ‘χω πει, τι συμβαίνει με τα κτίρια. Για τη και ποια είναι μετάλλαξη, που σβήνει όλα τα ίχνη των τρόπων που είχαν βρεί οι άνθρωποί για να ζούν αυτοδύναμα, υγιεινά,και χωρίς πετρέλαιο, σε όλα τα κλίματα της Γης. Για το πώς δημιουργεί σήμερα μία παγκόσμια βιομηχανία παραγωγής κτιρίων πανομοιότυπων, αποκομένων από το περιβάλλον (με τη φιλοσοφία της NASA), μόνο με τεχνητό κλίμα, εξαρτημένων ολότελα από τους υδρογονάνθρακες, τοξικών, πανάκριβων και καταστροφικών για τοπεριβάλλον. Όταν η φύση θεωρείται εχθρός, ο άνθρωπος δεν τα βγάζει πέρα.

Είχα αποφασίσει ότι δεν κάνω καμία δουλειά με το δημόσιο ή με δήμους, διότι στην ζωή μου δε μπορούσε να μπει η διαπλοκή της προμήθειας και του λαδώματος. Δεν θα έμπαινε. Θα έσκαγε, αλλά δε θα ‘μπαινε. Το ξέκοψα αυτό εντελώς και γι’ αυτό δεν έβγαλα και ποτέ λεφτά, όπως οι περισσότεροι μηχανικοί. Γι’ αυτό και δεν τα φάγαμε μαζί, κύριε Πάγκαλε. Δεν τα φάγαμε μαζί. Εσύ μας τα ‘φαγες.

Και έκανα δουλειές με ανθρώπους οι οποίοι χτίζανε με δάνειο. Φτωχούς ανθρώπους στην ουσία, με ελάχιστα λεφτά. Έπρεπε τα σπίτια να είναι χαμηλού κόστους, αν μπορούσε έπρεπε να είναι ιδιοκατασκευές, να είναι με καθαρά υλικά, να μην είναι ενεργοβόρα, να αξιοποιούν τον ήλιο και το κλίμα ανανεώσιμες πηγές στο φουλ. Αυτό έκανα.

Πάνω σ’ αυτή τη φιλοσοφία στήθηκε η Ανέλιξη. Και ξεκίνησε από ένα εργαστήριο που είχαμε κάνει στη Σίφνο. Με είχε φωνάξει η Μεσόγειος SOS, που έκανε ένα πρόγραμμα με Ιταλούς και Ισπανούς για να φέρουν σε επαφή τους αρχιτέκτονες με τις παραδοσιακές τεχνολογίες στη δόμηση του κάθε τόπου. Ανάλαβα εκεί ένα σεμινάριο, με 25 νέους, αρχιτέκτονες και μηχανικούς… Όταν τελείωσε το σεμινάριο, ήταν τόσο υπέροχο, που δεν ήθελε κανείς να χωρίσουμε. Και είπαμε να κάνουμε όλοι μαζί κάτι και επειδή προϋπήρχε η Ανέλιξη, πήραμε το όνομα της και ήταν και όλοι που προϋπήρξαν στην Ανέλιξη.

– Οπότε ήσουν και δασκάλα και συνάδελφος.. Οι ρόλοι μοιράζονταν; Πώς δουλεύει κάτι τέτοιο;

Να σου πω. Οι δουλειές, η μεγάλη πλειοψηφία, το 80 με 90% έρχονταν σε εμένα, γιατί εμένα έψαχναν, που ήμουν γνωστή από τα τόσα χρόνια. Δηλαδή έχουμε κάνει κτίρια σε όλη την Ελλάδα, από την Ορεστιάδα μέχρι την Καλαμάτα. Και στην Κρήτη, παντού. Δηλαδή 110, 120 κτίρια εκείνη την εποχή. Μετά έκανα και άλλα εγώ. Ερχόντανε δουλειές. Τις βάζαμε κάτω και τις δουλεύαμε όλοι μαζί. Αυτό κάναμε. Και μοιραζόμασταν τα λεφτά τους. Των αμοιβών.

– Πώς τα μοιραζόσασταν;

Τα μοιραζόμασταν αυτοί που δουλεύαμε… ας πούμε ερχόταν μία μελέτη τάδε, την κάναμε πέντε και την αμοιβή την χωρίζαμε δια του πέντε ακριβώς και την παίρναμε.

– Ασχέτως παλαιότητας, γνώσεως…

Ασχέτως εντελώς ειδικότητας, πτυχίου, όλα. Δουλεύαμε όλοι σαν τα σκυλιά. Και επειδή δουλεύαμε όλοι σαν τα σκυλιά, μοιραζόμασταν σαν τα σκυλιά και τα λεφτά. Αυτό.

– Δεν υπήρχε αρχηγός της αγέλης όμως;

Άτυπα υπήρχε αρχηγός και ήμουν εγώ, με την έννοια ότι είχα την μεγαλύτερη τεχνογνωσία και εμπειρία, ήμουν δασκάλα σε πολύ μεγάλο βαθμό, δεν υπήρχε καμία διεκδίκηση κανενός ρόλου από κανέναν, ούτε καμία ανταποδοτικότητα από κανέναν, υπήρχε όμως τέτοιο πάθος γι’ αυτό που κάναμε που αυτό δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Ήταν φυσικό δηλαδή. Ήταν φυσικός ο τρόπος που γινόταν αυτό. Και αυτό ήταν που μας έδεσε τόσο πολύ.

Αλλά περάσαμε από μεγάλες συγκρούσεις, διότι με το που φτιάχτηκε η ομάδα, αρχίσανε οι διεκδικήσεις ηγεσίας και εξουσίας. Και αυτές ήταν απόλυτη ανάγκη να παταχθούν από την πρώτη στιγμή. Παταχθήκανε περνώντας όλοι ανεξαιρέτως τεράστιες προσωπικές κρίσεις, γιατί υπήρχαν φιλίες, υπήρχαν… αλλά τα πράγματα μπήκαν επί τάπητος. Ότι, τι επιλέγουμε τώρα; Καθαρά πράγματα. Τι κάνεις, ας πούμε; Τον προδίδεις τον φίλο σου όταν αναγνωρίζεις αρνητικά χαρακτηριστικά τέτοια που σε τινάζουνε στον αέρα και διαχωρίζεις τη θέση σου; Ή κάνεις αυτό που βολεύει τη σχέση; Ποιο είναι καλό και για σένα και γι’ αυτόν; Τι κάνεις απ’ τα δύο;

Ήταν μία χρονιά το 2008 που έγινε μία μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα σε 25 ανθρώπους. Έμειναν οι 15. Οι άλλοι φύγανε. Και η πορεία τους μετά έδειξε τι θέλανε. Επιβεβαίωσε τι θέλανε. Αλλά ήταν συγκλονιστικό αυτό που ζήσαμε, και αυτό δεν έγινε με βία. Ο καθένας είχε απολύτως την ελεύθερη δικιά του επιλογή για το τι θα αποφασίσει.

Δεν έγινε με εξωτερική πίεση που δεχτήκανε αυτή που συμμετείχαν από κάποιους έξω από αυτούς. Έγινε από εσωτερική πίεση, που γι’ αυτό είχε μεγάλο κόστος, γιατί σήμαινε και ένα προσωπικό εσωτερικό ξεκαθάρισμα για τον καθένα, σε επίπεδο αρχών. Και αυτές από ό,τι φάνηκε ήταν πολύ στέρεες αρχές, γιατί δουλέψανε και αντέξανε στον χρόνο.

– Απ’ αυτά τα παιδιά βλέπεις κανένα; Δηλαδή, βλέπεστε;

Όλους. Όλοι βλεπόμαστε. Σαν τρελοί κάνουμε να βρεθούμε. Και νομίζω αυτό δεν θα περάσει εύκολα. Θα μείνει η σχέση και μένουν και οι δομημένες προσωπικότητες σε επίπεδο ήθους μέσα από αυτό και σε επίπεδο αντίληψης για τα πράγματα.

– Μετά απ’ όλη αυτή τη ζωή, Έλλη, πόσο εύκολα διαβάζεις ανθρώπους; Πρέπει να έχεις μια εμπειρία στους ανθρώπους απίστευτη.

Όχι, έχω εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Αυτό είναι το αδύνατο σημείο… όχι δεν είναι αδύνατο, θα το έχω πάντα, τελεία! Είναι όμως εκεί που είμαι ευάλωτη. Δεν πειράζει. Κοίτα, και εγώ τους αγαπάω βαθύτατα αυτούς τους ανθρώπους και αγαπάω πολύ βαθιά όχι μόνο τους ανθρώπους, τις κοινωνίες των ανθρώπων, τους λαούς. Μου κάνει ένα κλικ χοντρό. Πονάω. Δεν ξέρω τι είναι αυτό. Δεν το κατάλαβα ποτέ αλλά το ‘χω, το ‘χω μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

– Και σε ποιο βαθμό; Γιατί έτσι όπως το λες τώρα είναι σαν να έπαιξε πολύ ουσιαστικό ρόλο αυτό, σ’ όλη σου τη διαδρομή. Είτε είναι ο δικός σου λαός είτε είναι ένας άλλος λαός. 

Αυτό ήτανε που έπαιξε το ρόλο. Αυτή η πολύ βαθιά αγάπη. Δεν ξέρω από πού πηγάζει και από πού προκύπτει. Είναι μία βαθιά κοινωνικότητα, με την άποψη ότι είμαστε κοινωνία, δεν είμαστε άτομα μόνο. Είμαστε εξίσου άτομα και εξίσου κοινωνία. Αν κόψεις το ένα από τα δύο είσαι ανάπηρος. Το ένα από τα δύο. Όποιο και να κόψεις από τα δύο, είσαι ανάπηρος. Χοντρά ανάπηρος με πολύ μεγάλο πρόβλημα. Εγώ αυτό ξέρω. Αυτό έχω καταλάβει. Και επίσης πιστεύω ότι έχουμε όλα τα σκατά και όλα τα καλά μέσα μας σαν ανθρώπινο ον ή είδος. Και ότι από κει και πέρα, όλο το ζήτημα είναι τι επιλέγεις απ’ αυτά, να αντιμετωπίσεις και να το αποβάλεις, ή τι επιμένεις να καλλιεργήσεις και να αναπτύξεις. Αυτό είναι όλο το ζήτημα. Και ότι κάθε μία απ’ αυτές τις επιλογές προκαθορίζει την επόμενη εν μέρει και ότι η πορεία είναι απόλυτα θέμα βούλησης και επιλογής. Δεν είσαι ετεροκαθοριζόμενο πράμα. Είσαι αυτοκαθοριζόμενο πρόσωπο. Και εκεί είναι και η ανθρώπινη ποιότητα όλη. Και η ανθρώπινη ποιότητα είναι πάρα πολλή υψηλή, άλλο αν φαίνεται σα μία αθλιότητα στη σύγχρονη κοινωνία.

Είναι στη σύγχρονη κοινωνία έτσι, γιατί μας έχουν φέρει καπάκι. Πήρανε τα πράματα στα χέρια τους και προσπαθούν να εξοντώσουν ό,τι καλό υπάρχει στην ανθρώπινη δυνατότητα δηλαδή. Και στην κλίμακα που συμβαίνει αυτό σήμερα δεν έχει προϋπάρξει ποτέ. Ούτε σε εποχές δουλείας, ούτε σε εποχές ιμπεριαλισμού… σε καμία εποχή δεν έχει προϋπάρξει τόσο πολύ κακό, που να διαχειρίζεται τα πράματα. Εγώ έτσι το καταλαβαίνω.

– Ας πούμε ότι έχουμε κάποιο κομμάτι της νέας αριστεράς. Τα παιδιά που έρχονται. Και σε ρωτάνε «τι μας αφήνεις, τι θα ‘θελες να μας αφήσεις, τι να μας πεις»; Ποιο είναι το μάθημα ας πούμε, ή ποιο κομμάτι απ’ όσα έκανες πρέπει να αφήσεις στην κοινή τράπεζα; 

Δεν ξέρω. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να το συνοψίσω σε ένα μήνυμα αυτό.

– Ωραία, να το πάω ανάποδα. Το ένα στοιχείο που δίνεις είναι η αγάπη για τον άνθρωπο. 

Για τον άνθρωπο και για την κοινωνία. Δηλαδή δεν μπορώ να το ξεχωρίσω. Είναι ένα αυτό το πράμα.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου