Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

Το «Green Deal» και οι αντιφάσεις των στρατηγικών επιλογών της Ε.Ε.

Το «Green Deal»

Και οι αντιφάσεις των στρατηγικών επιλογών της Ε.Ε.
-5 Οκτωβρίου, 2021


Eπιμέλεια: Βάννα Σφακιανάκη

Πριν μεσουρανήσει, το άστρο του «Green Deal» βάλλεται από τις αδυσώπητες αντιφάσεις του συστήματος που το γέννησε. Αυτό μαρτυράνε οι αγωνιώδεις τίτλοι των ΜΜΕ, όπως: «Κίνδυνος black out πάνω από την Ευρώπη», «Απειλή για το Green Deal το ράλι τιμών» κ.ά. Πρόκειται για τα ράλι τιμών του φυσικού αερίου και των αέριων ρύπων, μιας πηγής ενέργειας και ενός μηχανισμού, που παίζουν κεντρικό ρόλο στην πολιτική της «Πράσινης Συμφωνίας».

«Το “φάντασμα” της ενεργειακής φτώχειας πλανάται πάνω από την Ευρώπη, καθώς το φιλόδοξο σχέδιο Green Deal μετατρέπεται σε “πράσινο” εφιάλτη για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις που πανικόβλητες σπεύδουν να πάρουν μέτρα στήριξης από τη ραγδαία αύξηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, που απειλεί να ανακόψει την πορεία ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά την επανεκκίνησή της από την πανδημία. Η φθηνή ενέργεια από AΠΕ που θα έφερνε το Green Deal παραμένει για τους Ευρωπαίους καταναλωτές μια υπόσχεση, έντονα αμφισβητούμενη, αφού αντ’ αυτής καλούνται να σηκώσουν δυσβάσταχτες αυξήσεις… Το κατά πόσον η Ευρώπη θα υποχρεωθεί να λάβει μέτρα επιβράδυνσης της ενεργειακής μετάβασης, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της κρίσης των τιμών και τη δυνατότητα άμβλυνσης των οικονομικών επιπτώσεων και εκτόνωσης της δυσαρέσκειας που εξαπλώνεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα πανευρωπαϊκά. Με τις πιέσεις να γενικεύονται και υπό τον φόβο ενός γενικευμένου κινήματος “Κίτρινων Γιλέκων”, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σπεύδουν η μία μετά την άλλη να πάρουν μέτρα κοινωνικής στήριξης» γράφει η Καθημερινή (1). Ο δε πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας (ΣΒΕ) δήλωσε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις «που είδαν να αυξάνονται οι εξαγωγές τους εν μέσω υγειονομικής κρίσης, είτε θα συνεχίσουν να εκτελούν τα συμβόλαιά τους αντιμετωπίζοντας τεράστιες ζημίες εξαιτίας της αύξησης του κόστους ενέργειας είτε θα αναγκαστούν να μην εκτελέσουν τις συμφωνίες τους και να βρεθούν αναξιόπιστες στη διεθνή αγορά» (2).

«Από ρεύμα κινδυνεύει να ξεμείνει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης» κατά το Money Review: «H ικανότητα της Γερμανίας να καλύψει την [ενεργειακή] ζήτηση θα δοκιμαστεί τα μέγιστα την προσεχή διετία, αυξάνοντας τον κίνδυνο blackouts». Mια κατ’ εξοχήν εξαγωγική σε ενέργεια χώρα, «ενδεχομένως να χρειαστεί να στηριχθεί περισσότερο στις γειτονικές αγορές για εισαγωγές» (3).

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται σε σταθμούς φυσικού αερίου, «η κυβέρνηση ήδη βρίσκεται σε συζητήσεις προκειμένου να στηρίξει τις εταιρείες ενέργειας, μέσω δανείων με κρατική εγγύηση. Τονίζεται μάλιστα ότι η επικείμενη κρίση φυσικού αερίου στη Βρετανία προβλέπεται τόσο μεγάλη, ώστε από τους 55 προμηθευτές ενέργειας της χώρας είναι αμφίβολο εάν θα καταφέρουν μέχρι το τέλος του χρόνου να αντέξουν τουλάχιστον οι δέκα» (4).



Η Ευρωπαϊκή Ένωση εκχώρησε τον προγραμματισμό σε ένα σύμπλεγμα επιχειρηματιών και τεχνο-επιστημόνων που υποκαθιστά την κοινωνία και αγνοεί τις ανάγκες της. Ενώ υπάρχει μια ισχυρή παρέμβαση των κρατών στην ενέργεια, η υλοποίηση της ενεργειακής πολιτικής μέσω της αγοράς δεν ακολουθεί στοιχειώδεις κανόνες λογικής, προτάσσοντας τους πολιτικούς στόχους ακόμα και όταν η τεχνο-επιστήμη και το γεωπολιτικό τοπίο αδυνατούν να τους υποστηρίξουν
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πληρώνει δικές της επιλογές

Η ενεργειακή κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη υπερβαίνει το ενεργειακό, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά των κρίσεων που οφείλονται στις αντιφάσεις του συστήματος.

Οι δύο παράγοντες που θεωρείται ότι ευθύνονται, το φυσικό αέριο και η αγορά ρύπων, επιλέχτηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να υποστηρίξουν την αξιοποίηση της «ενεργειακής μετάβασης» ως παράγοντα για «Μια πλήρως λειτουργική και ανθεκτική Ενεργειακή Ένωση [που] θα προσέδιδε στην Ένωση ηγετικό ρόλο όσον αφορά την καινοτομία, τις επενδύσεις, τη μεγέθυνση και την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη…» (5).

Όταν, το 2000, η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε έμφαση στην απεξάρτησή της από εξωτερικές ενεργειακές πηγές, με την «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του εφοδιασμού» (6), ήξερε ότι το φυσικό αέριο αποτελούσε κίνδυνο για μια νέα εξάρτηση. Παρ’ όλα αυτά το επέλεξε ως «μεταβατική πηγή ενέργειας», για να αντικαταστήσει μονάδες πετρελαϊκών προϊόντων και στερεών καυσίμων, επειδή τότε ήταν φθηνότερο και θεωρώντας ότι στην προμήθειά του θα μπορούσε να είναι πιο ευέλικτη. Η κούρσα αύξησης των έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας βασίστηκε στη συμμετοχή (και) των μονάδων φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα, για τη εξισορρόπηση της αβεβαιότητας που προκαλεί η μεταβλητή παραγωγή των μονάδων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Το χρηματιστήριο ρύπων, εξάλλου, αξιοποιήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να κάνει ασύμφορη τη χρήση ορυκτών καυσίμων, ενισχύοντας παράλληλα μια ακόμα διάσταση της απελευθερωμένης αγοράς ενέργειας.

Για την ενεργειακή πολιτική, η Ευρωπαϊκή Ένωση εκχώρησε τον προγραμματισμό σε ένα σύμπλεγμα επιχειρηματιών και τεχνο-επιστημόνων που υποκαθιστά την κοινωνία και αγνοεί τις ανάγκες της. Ενώ υπάρχει μια ισχυρή παρέμβαση των κρατών στην ενέργεια (επιδοτήσεις, φορολογία κ.ά.), η υλοποίηση της ενεργειακής πολιτικής μέσω της αγοράς δεν ακολουθεί στοιχειώδεις κανόνες λογικής, προτάσσοντας τους πολιτικούς στόχους ακόμα και όταν η τεχνο-επιστήμη και το γεωπολιτικό τοπίο αδυνατούν να τους υποστηρίξουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ότι η χωρίς όρια ανάπτυξη των έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας προηγείται της επίλυσης σειράς προβλημάτων (οικονομικών, τεχνικών, γεωπολιτικών) για την αποθήκευση ενέργειας.

Τον Νοέμβριο, στη σύνοδο της Γλασκώβης, όλοι θα ορκιστούν στον αέναο στόχο αύξησης των ΑΠΕ, αποκρύπτοντας για μια ακόμα φορά ότι αυτό συνεπάγεται ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων και πυρηνικής ενέργειας, νέες αυξήσεις στην κατανάλωση ενέργειας και αυξήσεις στις τιμές ρεύματος και προϊόντων, από το ενεργειακό κόστος παραγωγής τους.

Παραπομπές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου