Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Ν. Κιτσίκη: "Η Φιλοσοφία της νεώτερης Φυσικής": Συμπεράσματα και διδάγματα, του Κ. Σωτηρίου

Από το αρχείο του παιδαγωγού Κώστα Σωτηρίου ο οποίος έγραψε μια θαυμάσια κριτική για την μελέτη "Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ" εκδόσεις "ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ" το 1947. Δημοσιεύεται εδώ: http://arxeiokdsotiriou.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html 
 Ο ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Ν. ΚΙΤΣΙΚΗ
«Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ»
Συμπεράσματα και διδάγματα

Το 1947 δημοσιεύτηκε η μελέτη του Νίκου Κιτσίκη «Η φιλοσοφία της νεώτερης φυσικής»
Το άρθρο αυτό του Κώστα Σωτηρίου είναι κριτική στην μελέτη αυτή
 και γράφτηκε γιατί το ζήτησε ο ίδιος ο Κιτσίκης.[1]
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Οικονομία»
Δεκέμβριο 1947-Ιανουάριο 1948
Μπορείτε να κατεβάσετε τα αρχεία σε pdf : 

Δεν πρόκειται να γράψω αναλυτική κριτική για τη σύντομη, μα πυκνή και τόσο πλούσια σε περιεχόμενο φιλοσοφική τούτη μελέτη του καθηγητή κ. Ν. Κιτσίκη. Ο σκοπός μου είναι να παρουσιάσω, όσο μπορώ συντομότερα, μερικά από τα τόσα προτερήματά της, για να φανεί η αξία της, και να τονίσω τα σπουδαιότερα συμπεράσματα και διδάγματα, που αποκομίζουμε από το προσεχτικό διάβασμά της.
Με το βιβλίο τούτο ο κ. Ν. Κιτσίκης δεν απευθύνεται στους λίγους, στους ειδικούς. Μολονότι καταπιάνεται, πρώτος αυτό όσο ξέρω στη χώρα μας, με ένα τόσο δύσκολο επιστημονικοφιλοσοφικό θέμα, και μολονότι στην έρευνά του χρησιμοποιεί αυστηρά επιστημονική μέθοδο, που πηγάζει από τη βαθειά επιστημονική του συνείδηση και την αγάπη του στην αλήθεια, το βιβλίο του είναι έτσι γραμμένο, ώστε να μπορούν – και τούτο είναι ένα από τα προτερήματα – να το διαβάσουν, με κάποια, βέβαια, προσπάθεια, όλοι οι επιστήμονες που σέβονται τον εαυτό τους, και ιδιαίτερα οι φοιτητές και σπουδαστές, που διψούν να μορφωθούν.
Και πρέπει να το διαβάσει η φοιτητική νεολαία, γιατί, κλεισμένη, όπως είναι, στην αντιδραστική ατμόσφαιρα και στο μεσαιωνικό σκοτάδι των ανώτερων εκπαιδευτικών μας ιδρυμάτων, θα φωτιστεί με το φως της αλήθειας, θα νιώσει το πραγματικό νόημα και τον αληθινό προορισμό της επιστήμης, και θα βοηθηθεί να βαδίσει με ανοιχτά  τα μάτια τον ανηφορικό δρόμο της προόδου. Μα πρέπει να το διαβάσουν και όλοι οι επιστήμονες, που έχουν συναίστηση για την κοινωνική τους αποστολή. Θα ιδούν, και ιδιαίτερα όσοι χωρίς να το θέλουν, έχουν παραπλανηθεί σε στραβούς κοινωνικούς δρόμους, την αντίδραση, που ετοιμάζεται με όλα τα μέσα να αιματοκυλίσει και πάλι τον κόσμο, θα την ιδούν να ανεμίζει ύπουλα και παραπλανητικά επιστημονικά και φιλοσοφικά συνθήματα, και να προσπαθεί να ανάψει «μεσαιωνικούς θρησκευτικούς αγώνες» για να υποδουλώσει και πάλι την επιστήμη και τους επιστήμονες στη μυστικοπάθεια και στο σκοτάδι του αγνωστικισμού. Και τότε θα κατανοήσουν, πόσο ακαταμάχητο και δοκιμασμένο όπλο είναι ο διαλεχτικός υλισμός, για την αδιάκοπη και αδέσμευτη πρόοδο της επιστήμης, για να μπορέσει έτσι ο άνθρωπος να καταχτήσει την ολοκληρωτική ελευτερία του και να χτίσει, γερά θεμελιωμένη την ευτυχία του επάνω στη γη.
Είναι λοιπόν αληθινά μορφωτική η φιλοσοφική τούτη μελέτη του κ. Κιτσίκη. Μα έχει και μεγάλη διδαχτική αξία. Ο μελετητής της, και προπάντων ο όχι ειδικευμένος, πολλά θα διδαχτεί.
Για να αναπτύξει το θέμα του και να βοηθήσει στην κατανόησή του ο κ. Κιτσίκης έκρινε – και πολύ σωστά – απαραίτητο, να ανασκοπήσει κριτικά και σε γενικότατες γραμμές τις πιο χαραχτηριστικές και σχετικές με την έρευνα των φυσικών επιστημών ιδεαλιστικές και υλιστικές κοσμοθεωρίες και ιδιαίτερα τη γνωσιολογία τους από τον Νεύτωνα και τον Καντ με ιδιαίτερη εξέταση του αγνωστικισμού και του εμπειριοκριτικισμού ως το μεταφυσικό και το διαλεχτικό υλισμό, να αναλύσει τις θεμελιακές αρχές της παλιάς, της κλασικής φυσικής και μηχανικής, και να εκλαϊκέψει, όσο μπορούσε, τις επαναστατικές καταχτήσεις της νεώτερης φυσικής, επαναστατικές γιατί ανάτρεψαν τις ασάλευτες, όπως νόμιζαν, βασικές αρχές της κλασικής φυσικής, για να καταλήξει να μας δώσει μια αδρή εικόνα για την τραγική αμηχανία, που βρέθηκαν πολλοί φυσικοί και φιλόσοφοι, γιατί οι καταχτήσεις της νεώτερης φυσικής αποκάλυψαν μια καινούργια πραγματικότητα, που δεν μπορούσε «να μπει στ’ άκαμπτα πλαίσια των παλιών μηχανικιστικών θεωριών». Η κριτική αναδρομή και ανάλυση που κάνει, - και τούτο είναι ένα άλλο σπουδαίο προτέρημα της μελέτης του – είναι σύντομη και απλή, μα και αντικειμενική και διεισδυτική.
Σχετικά με τα φιλοσοφικά συστήματα και τις θεμελιακές αρχές της κλασικής φυσικής, η κριτική ανασκόπηση και ανάλυση είναι ακόμη και απόλυτα πετυχημένη. Ο κ. Κιτσίκης δεν είναι απλός γνωσοσυλλέχτης, όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί του στη χώρα μας με τα πολυσέλιδα έργα τους. Μιλάει από εσωτερικό πληθωρισμό. Κατέχει δημιουργικά τα συστήματα που αναλύει. Είναι βαθύς μελετητής και γνώστης τους. Κατορθώνει να διεισδύει στο βάθος τους, και μας δίνει με τον πιο αντικειμενικό τρόπο τον κεντρικό γνωσιολογικό πυρήνα τους και τις θεμελιακές «θέσεις» τους, στην εσωτερική του συγκρότηση το καθένα, και όχι ξεκρέμαστα το ένα από το άλλο, παρά στη διαλεχτική πορεία και συνάρτησή τους, στην αλληλεπίδραση και αλληλοαναίρεσή τους. Και  τις «θέσεις» αυτές τις υποστηρίζει και μαζί τις παρουσιάζει ανάγλυφες με τα πιο χαραχτηριστικά αποσπάσματα από κάθε φιλοσοφικό σύστημα, που παραθέτει. Αξιομίμητο υπόδειγμα είναι η ανάλυση της γνωσιολογίας του Καντ, του Μαχ (Mach)  του Ηράκλειτου, του Χέγγελ και των ιδρυτών του διαλεχτικού υλισμού.
Όταν όμως αναλύει, για να τις εκλαϊκέψει, τις καταχτήσεις της νεώτερης φυσικής, συναντά μεγάλα εμπόδια. Τα εμπόδια αυτά αλλού – π.χ. στις μεταστοιχειώσεις και στη δομή του ατόμου (σελ. 71-76) τα προσπερνά νικηφόρα, σε άλλα όμως σημεία καταντούν δυσκολοπέραστα. Μα οι δυσκολίες αυτές δεν πηγάζουν από τον συγγραφέα. Ο κ. Κιτσίκης και κατέχει βαθειά το θέμα του, και κινείται με μεγάλη άνεση στην περιοχή της νεώτερης φυσικής, και καλός και ικανός δάσκαλος είναι. Δεν παρασύρεται όμως από τον πόθο του να εκλαϊκέψει τις καταχτήσεις της νεώτερης φυσικής για να τις παραμορφώσει, όπως το έπαθαν κάμποσοι ως τώρα. Οι δυσκολίες βρίσκονται μέσα στις ίδιες τις καταχτήσεις αυτές, μέσα στην ουσία τους.
Είμαστε ως τώρα συνειθισμένοι στις παλιές θεωρίες της κλασικής φυσικής και έχουμε δημιουργήσει γι αυτές αντίστοιχες παραστάσεις από τον «αισθητό» κόσμο. Και γι αυτό δυσκολευόμαστε πολύ να συλλάβουμε τις καινούργιες έννοιες της νεώτερης φυσικής, που ξεπήγασαν από την έρευνα του μικρόκοσμου και του σύμπαντος. Πώς να κατανοήσουμε π.χ. τις έννοιες «χωροχρονική τοποθέτηση – δυναμισμός», «σωμάτιο – κύμα» «μάζα – ενέργεια» ή τις έννοιες «χωροχρόνος» «τετραδιάστατος καμπύλος χώρος» «ένωση χώρου και μαζών» και τόσες άλλες; Ο έναρθρος λόγος δεν μας βοηθεί, η λογική μας είναι προσαρμοσμένη στο στατικό αντίκρυσμα, η φαντασία μας δεν βρίσκει αντίστοιχες παραστάσεις. Και αν θέλαμε τις έννοιες αυτές να τις υλοποιήσουμε με ορισμένες εικόνες, οι εικόνες αυτές θα ήσαν βάναυσες και παραμορφωτικές. Χρειάζεται για να τις συλλάβουμε ένα άλλο πολύ λεπτότερο όργανο, η μαθηματική δηλαδή διατύπωση, το όργανο όμως αυτό είναι απροσπέλαστο για τους πολλούς.
Μα και πάλι οι δυσκολίες αυτές δεν είναι και τόσο εύκολο να ξεπεραστούν, γιατί οι καινούργιες αυτές έννοιες της νεώτερης φυσικής φαινομενικά είναι ασυμβίβαστα σύνθετες, κλείνουν οι περισσότερες μέσα τους αντιφάσεις και φαίνονται πως αυτοαναιρούνται, και γι αυτό μόνο τα καλά δουλεμένα μυαλά με τη διαλεχτική μέθοδο είναι εύκολο να τις συλλάβουν και να τις κατανοήσουν.
Από τη δύσκολη τούτη θέση μας βγάζει πάλι ο ίδιος ο συγγραφέας με τη βοήθεια της διαλεχτικής μεθόδου, που με τόση δεξιοτεχνία χρησιμοποιεί. Δεν περιορίζεται στην κριτική ανασκόπηση του διαλεχτικού υλισμού, ούτε μας διδάσκει μόνο τις καταχτήσεις της νεώτερης φυσικής. Ο σκοπός του δεν είναι να μας μεταδώσει μόνο γνώσεις, όσο κι αν είναι πολύτιμες. Προχωρεί λοιπόν στη βαθύτερη και δημιουργική ανάπτυξη του θέματός του, επεξεργάζεται με τη διαλεχτική μέθοδο – και τούτο είναι ένα άλλο, ακόμη πιο σπουδαίο, προτέρημα της μελέτης του – τις καινούργιες έννοιες της νεώτερης φυσικής, τις φωτίζει με το φως του διαλεχτικού υλισμού, τις ανεβάζει σε ανώτερη αρμονική σύνθεση και μας παρουσιάζει ανάγλυφη την τεράστια επιστημονική τους αξία. Δείχνει πως οι καταχτήσει της νεώτερης φυσικής επαληθεύουν τις βασικές «θέσεις» του διαλεχτικού υλισμού, ενώ από το άλλο μέρος μόνο με το διαλεχτικό υλισμό μπορούν να ερμηνευθούν και να κατανοηθούν. Οι καινούργιες έννοιες της νεότερης φυσικής, ενώ έχουν, τονίζει εσωτερικές αντιθέσεις δεν αυτοαναιρούνται, όπως φαίνονται σ όποιον δεν ξέρει ή δε θέλει να δεχτεί το διαλεχτικό υλισμό, αντίθετα αποτελούν ανώτερη σύνθεση και έτσι μας γνωρίζουν «ένα μεγάλο μέρος του εξωτερικού κόσμου ως τώρα ανεξερεύνητο» ενώ ταυτόχρονα δίνουν «ασφαλέστερη αξία στις γνώσεις μας και για τον κόσμο που ως τότε ξέραμε». Οι καινούργιες λοιπόν αυτές έννοιες δεν αντικαθρεφτίζουν μόνο την καινούργια πραγματικότητα, απ όπου ξεπήγησαν, αγκαλιάζουν ολοένα και περισσότερο τον εξωτερικό κόσμο, μας φέρνουν πιο κοντά του, μας οδηγούν να ανέβουμε «σε τελειότερες, πλατύτερες, συνθετότερες θεωρίες» για να τον γνωρίσουμε ολοένα και καλύτερα.
Βγαίνει έτσι το συμπέρασμα, πως χρειάζεται βαθειά γνώση του διαλεχτικού υλισμού για να κατανοήσουμε τη φύση, και εφαρμογή του σ όλες τις περιοχές της ανθρώπινης γνώσης. Ο διαλεχτικός υλισμός είναι το όπλο για το λυτρωμό του ανθρώπου, είναι το φως που φωτίζει το δρόμο για ολοένα μεγαλύτερες επιστημονικές καταχτήσεις στη φύση και στην ανθρώπινη κοινωνία.
Στην ανώτερη δημιουργική σύνθεση που κάνει ο κ. Κιτσίκης συμπυκνώνεται η αξία της φιλοσοφικής του μελέτης. Δεν είναι λοιπόν η μελέτη του μόνο διδαχτική. Είναι πρώτα απ όλα δημιουργική και αληθινά μορφωτική.

***
Και είναι ανάγκη να είμαστε οπλισμένοι με το διαλεχτικό υλισμό, για να πατούμε σε στερεό έδαφος, για να μπορέσουμε έτσι να αντιμετωπίσουμε νικηφόρα την καινούργια επίθεση, που ξαπόλυσε σ όλον τον κόσμο, και ιδιαίτερα στη χώρα μας, η συσπειρωμένη μαύρη αντίδραση.
«Οι καταπληχτικές και όλο βαθύτερα συνταραχτικές» καταχτήσεις της νεότερης φυσικής «προκάλεσαν» μας λέει με βαθύτατο πόνο ο κ. Κιτσίκης «δραματική αναταραχή γύρω από τις πρωταρχικές αξίες της επιστήμης και της φιλοσοφίας» δημιούργησαν «γνωσιολογική αναστάτωση» και «προετοίμασαν γόνιμο έδαφος για την ανίερη πολιτική εκμετάλλευση».
Δυό ήσαν οι κυριότερες αφορμές: α! Οι καταχτήσεις της νεώτερης φυσικής είναι πραγματικά επαναστατικές. Οι επιστήμονες, που είναι διαποτισμένοι με μεταφυσικές αντιλήψεις για αιώνιες και ασάλευτες αρχές, και αντικρίζουν στατικά τον κόσμο και την ανθρώπινη κοινωνία, αναταράχτηκαν. Είδαν πως οι επαναστατικές αυτές καταχτήσεις ανατρέπουν τις ασάλευτες, όπως νόμιζαν, αρχές της κλασικής φυσικής. Είδαν να συγκλονίζεται το «διανοητικό κατασκεύασμα» της, το «μεταφυσικό μηχανιστικό κοσμοείδωλο» που χτιζόταν με τόση επιμέλεια τρακόσια χρόνια από την εποχή του Ντεκάρ και του Νεύτωνα, και υψωνόταν περήφανο στο τέλος του περασμένου αιώνα.
β! Η δεύτερη αφορμή είναι η καινούργια αρχή της μικροφυσικής η «αρχή της απροσδιοριστίας». Η έρευνα στα φαινόμενα του μικρόκοσμου έδειξε πως δεν μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια τη θέση και ταυτόχρονα την ταχύτητα του «σωματιδίου», μ άλλα λόγια πως «οι καταστάσεις του φαινομένου δεν διαδέχονται η μια την άλλη αιτιοκρατικά παρά πιθανοκρατικά». Πίστεψαν λοιπόν πολλοί, πως η «αρχή της απροσδιοριστίας» κλονίζει τη νομοτέλεια, την αιτιοκρατία, τη βασική αυτή προϋπόθεση για κάθε επιστημονική έρευνα και δημιουργία.
Έτσι από τις δυό αυτές αφορμές πίστεψαν πως κλονίστηκαν τα θεμέλια της επιστήμης και γεννήθηκε μέσα τους η αμφιβολία για την αξία της. Και αφού έχασαν την εμπιστοσύνη, κατρακύλησαν στο θλιβερό συμπέρασμα, πως δεν μπορούμε να καταχτήσουμε με την επιστήμη την αλήθεια, και δε μας μένει άλλη λύση, παρά να ξαναγυρίσουμε στον αγνωστικισμό, στη μυστικοπάθεια, στην «πίστη».
Την αναταραχή αυτή την υποδαύλισε, και την εκμεταλλεύτηκε η μαύρη αντίδραση, η εφιαλτική πλουτοκρατική ολιγαρχία, για να στηρίξει το σάπιο οικοδόμημά της και να περιφρουρήσει τα ληστρικά προνόμιά της. Χρησιμοποίησε όλα τα πλούσια και πολυποίκιλα μέσα, που είχε στη διάθεσή της, και κινητοποίησε όλους τους υποταχτικούς της επιστήμονες και φιλόσοφους.
Η αστική φιλοσοφία δραστηριοποιήθηκε εντατικά, ξαναζωντάνεψε «παλιές λησμονημένες φιλοσοφικές αντιλήψεις» και ντύθηκε με καινούργιες ψευτοπροοδευτικές μορφές, που όλες όμως κρύβουν «τα κύρια χαραχτηριστικά της γνωρίσματα» «το μυστικισμό» δηλαδή «που ρίχνει πάνω στη πραγματικότητα το κάλυμμα του μυστηρίου» και «τον αγνωστικισμό που κηρύχνει πως είναι αδύνατη η γνώση του κόσμου» (Μόρφωση τόμος 4, αρ. 6 Αύγουστος 1947 σελ. 272). Παράλληλα φούντωσε ο πόλεμος ενάντια στο διαλεχτικό υλισμό και τη δημιουργική επιστήμη, κινητοποιήθηκε ο κληρικαλισμός, για να σταματήσει το ρέμα της προόδου και να μας πισωγυρίσει στο σκοτάδι του μεσαίωνα, συκοφαντικά συνθήματα και παραλυτικά μοιρολατρικά κηρύγματα σαλπίζονται, ο αστικός «κανιβαλικός» ανθρωπισμός, ενώ τελειοποιεί με εγκληματική ψυχραιμία τα όπλα της μαζικής καταστροφής (κοίταξε το άρθρο του Μ. Ρουμπινστάϊν στους «Νέους καιρούς» της Μόσχας, μεταφρασμένο στο «Ριζοσπάστη» 14,16 και 17 Σεπ/μβρη 1947) ξαναφόρεσε την υποκριτική μάσκα και καλεί τους ανθρώπους να γκρεμίσουν τα είδωλα, και ιδιαίτερα την επιστήμη, γιατί αυτή βύθισε την ανθρωπότητα στον πόνο και την δυστυχία, και να καλλιεργήσουν τις αιώνιες και υπερκόσμιες πνευματικές αξίες για τη σωτηρία τους. Και παράλληλα και πάνω από τα κηρύγματα αυτά, η εξαγορά και η διαφθορά χαραχτήρων, η φασιστική τρομοκρατία, οι εκβιασμοί, οι ανήκουστοι διωγμοί.
Στη μάχη που άναψε πήρε μέρος μαζί με τόσους άλλους διαλεχτούς επιστήμονες της χώρας μας και ο κ. Κιτσίκης – και τούτο είναι ένα άλλο , ακόμη πιο σπουδαίο προτέρημα της μελέτης του. Το βιβλίο του έρχεται στην κατάλληλη στιγμή, γιατί και στον τόπο μας η μαύρη αντίδραση κήρυξε σε εξοντωτικό διωγμό την αληθινή επιστήμη, τρομοκρατεί, καταδιώκει, εκτοπίζει τους προοδευτικούς επιστήμονες «για να τους εξυγιάνει» και ύψωσε τη σημαία του σκοταδισμού (Διακήρυξη της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων «Ακτίνες» 1946)
Το κεντρικό πρόβλημα που θέτει στη φιλοσοφική του μελέτη ο κ. Κιτσίκης είναι: Οι επαναστατικές καταχτήσεις της νεότερης φυσικής κλονίζουν πραγματικά την επιστήμη, και καταλύουν την νομοτέλεια; Μας επιβάλλουν να ξαναγυρίσουμε στην ιδεαλιστική φιλοσοφία και τον αγνωστικισμό, και να δεχτούμε τον ιντετερμινισμό στη φύση και στην κοινωνία, και μαζί του και την ελευτερία και την αναρχία της ανθρώπινης θέλησης και του…. ηλεχτρόνιου; Ή μας βοηθούν να γνωρίσουμε καλύτερα την εξωτερική πραγματικότητα; Είναι λοιπόν οι κααχτήσεις αυτές ένα σημαντικό προχωρητικό βήμα μέσα στην αδιάκοπη προοδευτική πορεία της επιστήμης;
Ο κ. Κιτσίκης αντιμετωπίζει νικηφόρα το θεμελιακό τούτο πρόβλημα, και δίνει τη μόνη σωστή λύση. Το τοποθετεί στη μόνη γερή βάση, τη διαλεχτική, το παρακολουθεί κριτικά, μέσα στη μάχη που έχει ανάψει, βαθαίνει την έρευνά του, παρουσιάζει με αμεροληψία τα επιχειρήματα και τις γνώμες των ιδεαλιστών και των αρνητών της νομοτέλειας (του ντετερμινισμού), ξεσκεπάζει την πλάνη τους, ξεσκίζει τα ιδεαλιστικά περιβλήματα, ξεκαθαρίζει τη σύγχιση, που πάει να δημιουργήσει η αντίδραση και στηλιτεύει «τους ανίερους πολιτικούς σκοπούς της».
Είναι παραλογισμός, τονίζει, να λένε πως «η επιστήμη διατρέχει κρίση την εποχή ακριβώς των θριαμβευτικών της επιτυχιών» που επαληθεύονται στην πράξη. Και είναι φανερός ο αντιδραστικός σκοπός τους, όταν διαλαλούν πως είναι «μάταιη η προσπάθεια για τη γνώση του εξωτερικού κόσμου, τη στιγμή που μπαίνουμε στ άδυτα του μικρόκοσμου και του σύμπαντος». Αποδείχνει πως οι καταχτήσεις της νεότερης φυσικής δεν ανατρέπουν, αντίθετα «συμπληρώνουν τις θεμελιακές καταχτήσεις της κλασικής φυσικής» και πως η νομοτέλεια (ο ντετερμινισμός) του εξωτερικού κόσμου δεν κλονίζεται, με την αρχή της απροσδιοριστίας, αντίθετα συμπληρώνεται και υψώνεται σε ανώτερη τελειότερη μορφή. Δείχνει, με τα αποσπάσματα που παραθέτει, πως οι αρνητές της νομοτέλειας κατρακυλούν ως το σημείο να δεχτούν «την επέμβαση του Θείου στα φαινόμενα της ατομικής φυσικής» και γίνονται άλλοι θεληματικά και άλλοι χωρίς να το καταλαβαίνουν, όργανα στα χέρια της μαύρης αντίδρασης. Δεν πρέπει, τονίζει, να παραιτηθούμε από τα όπλα που μας δίνει η «επιστήμη» αντίθετα ολοένα πρέπει να προχωρούμε τολμηρά στην επιστημονική έρευνα, να διαλύουμε με το φως τα σκοτάδια, για να καταχτήσουμε τον κόσμο, για να λυτρωθούμε έτσι από τη τυφλή αναγκαιότητα και κυρίαρχοι να κρατάμε την τύχη στα χέρια μας. Και καταλήγει στο τελικό συμπέρασμα, πως ο διαλεχτικός υλισμός δίνει «την τελική νίκη» φέρνει την «ηρεμία» και εδραιώνει την πεποίθηση στην αξία και την προοδευτική πορεία της επιστήμης.
Με τη φιλοσοφική του μελέτη ο κ. Κιτσίκης αγωνίζεται στο πλευρό του ελληνικού λαού από τις επάλξεις του ιδεολογικού αγώνα και προσφέρει πολύτιμη υπηρεσία, στις κρίσιμες στιγμές που περνάει η χώρα μας. «Είναι ανάγκη» τονίζει «να ακουστεί το σάλπισμα του αγώνα για την απολύτρωση της επιστημονικής  σκέψης από τα δεσμά της πνευματικής δουλείας» και καλεί σε συναγερμό όλους τους προοδευτικούς επιστήμονες να γίνουν ιεροφάντες της αλήθειας, πρωταθλητές στο πλευρό του ελληνικού λαού, συνεργάτες και στυλοβάτες της ευτυχίας του. Εδώ κορυφώνεται η αξία της φιλοσοφικής του μελέτης. Η μελέτη του κ. Κιτσίκη είναι δημιουργική και εξυψωτική και γι αυτό αληθινά μορφωτική.

***

Πλούσια όμως είναι και σε πολύτιμα διδάγματα. Ας ιδούμε, σύντομα, τα σπουδαιότερα.
1.  Το κεφαλαιοκρατικό σύστημά μας στο σημερινό αντιδραστικό ιμπεριαλιστικό του στάδιο, παραδέρνει και πνίγεται μέσα στις καταλυτικές εσωτερικές αντιθέσεις του. Η φιλοσοφική μελέτη του κ. Κιτσίκη επικυρώνει με τον πιο χτυπητό τρόπο μια ακόμη τραγική αντινομία του. 
Βλέπουμε τον καπιταλισμό από το ένα μέρος να αναγνωρίζει την αξία της επιστήμης, να την καλλιεργεί, γιατί του είναι απαραίτητη για τους σκοπούς του, και να την χρησιμοποιεί εντατικά, και από το άλλο μέρος να κάνει ότι μπορεί, για να κλονίσει τα θεμέλια της επιστήμης, και να μειώσει την αξία της. Της βάζει ανυπέρβλητους φραγμούς, θέλει να την πισωγυρίσει στην μυστικοπάθεια, τη νοθεύει, βεβηλώνει το ναό της, προσπαθεί να αντικόψει την πρόοδό της, και να την παραστρατήσει από τον αληθινό προορισμό της, και της δημιουργεί και της ίδιας εσωτερικές αντιφάσεις, που απειλούν να την καταλύσουν (ιντετερμινισμός, αδυναμία να γνωρίσουμε αντικειμενική πραγματικότητα, μυστικοπάθεια κλπ).
Και η αντινομία τούτη του καπιταλισμού γίνεται ακόμη τραγικότερη, άμα θυμηθούμε πως η αστική τάξη, στην επαναστατική της πορεία, χτύπησε τη δογματική αυθεντία και την «πίστη» και κήρυξε πως μοναδικό όργανο για την αληθινή γνώση είναι το λογικό, άμα λοιπόν θυμηθούμε πως η ίδια η αστική τάξη έγινε ο φορέας της νεότερης επιστήμης και ύμνησε την αξία της. Τότε στην προοδευτική της πορεία η αστική τάξη είχε την επιστήμη αποτελεσματικό όπλο στα χέρια της. Με τη βοήθεια της επιστήμης γκρέμισε το μεσαιωνικό σκοταδισμό, λυτρώθηκε από την πνευματική σκλαβιά, και αφού πήρε την εξουσία στα χέρια της, πάλι με τη βοήθεια της επιστήμης εδραίωσε και άπλωσε την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της.
Η αστική όμως τάξη, όπως μας διδάσκει η ίδια η επιστήμη – το έγκλημα τούτο της επιστήμης δεν θα της το συγχωρήσει ποτέ – έπαιξε πια τον ιστορικό προοδευτικό της ρόλο, και πέρασε ολοκληρωτικά στην αντίδραση. Φοβάται τώρα την πρόοδο. Η εφιαλτική πλουτοκρατία βλέπει με αγωνία να γίνεται η επιστήμη ολοένα και τρομερότερο όπλο στα χέρια της τάξης που ορμητικά ανεβαίνει. Βλέπει, πως ο δουλευτής λαός με το ίδιο τούτο όπλο, την επιστήμη, λυτρώνεται από το πνευματικό σκοτάδι, και δίνει βροντερά χτυπήματα στο καταδικασμένο από την κοινωνική νομοτέλεια να πέσει οικοδόμημά της. Και για να βγει από το αδιέξοδο, αγωνίζεται η πλουτοκρατική ολιγαρχία να μονοπωλήσει για τον εαυτό της τους καρπούς της επιστήμης, προσπαθεί να κάνει την επιστήμη συντηρητική, να συγκρατήσει την προοδευτική πορεία της, να συγκλονίσει στα μάτια του λαού την αξία της, για να μη την χρησιμοποιήσει ο λαός στο λυτρωτικό του αγώνα. Με δυό λόγια αγωνίζεται ο καπιταλισμός να κάνει την επιστήμη δούλη του, εξυπηρετική στα συμφέροντά του, και από όργανο για την ευτυχία της ανθρωπότητας, να την κατρακυλήσει σε όργανο για τη μαζική καταστροφή, σε όπλο ενάντια στο λαό. Ζωντανό παράδειγμα μπροστά στα μάτια μας ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός με την ατομική βόμβα και το «μικροβιολογικό» πόλεμο, που ετοιμάζει στα επιστημονικά του εργαστήρια. Έτσι η αστική επιστήμη περνάει σοβαρή ηθική κρίση, χάνει το πραγματικό της νόημα, και ξεφεύγει από τον αληθινό προορισμό της.
2. Η αντινομία για το έργο, την αξία και τον προορισμό της επιστήμης τροφοδοτείται και ενισχύεται από την αντίθεση, που τόσο έχει οξυνθεί τα τελευταία χρόνια, ανάμεσα στην αστική φιλοσοφία και την επιστήμη. Και για τη δεύτερη τούτη αντίθεση μας δίνει χαραχτηριστική εικόνα η μελέτη του κ. Κιτσίκη και μας δείχνει τις ολέθριες συνέπειές της.
Ενώ δηλαδή με την επιστήμη θέλουμε να γνωρίσουμε τη φύση την κοινωνία και τον άνθρωπο, για να χτίσουμε με τη ρυθμισμένη κυρίαρχη δράση μας την ευτυχία, και ενώ στην ανοδική θριαμβευτική πορεία της η επιστήμη μας φέρνει ολοένα πιο κοντά στην αντικειμενική πραγματικότητα, η αστική φιλοσοφία με τις ξαναζωντανεμένες παλιές και τις καινούργιες μορφές της, κηρύχνει πως οι νόμοι που αποκαλύπτει η επιστήμη «δεν έχουν αντικειμενική αξία, δεν είναι παρά μορφές της συνείδησης» πως η «επιστημονική αλήθεια» δεν καθρεφτίζει μέσα μας την πραγματικότητα, και γι αυτό θα πρέπει να χάσουμε κάθε ελπίδα πως θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε τον κόσμο και να ξαναγυρίσουμε στην «πίστη», στην μοιρολατρική υποταγή.
Ποια είναι λοιπόν, ποια πρέπει να είναι η σχέση της επιστήμης με τη φιλοσοφία; Αν ρίξουμε μια ματιά στο σκληρό αγώνα που έκανε ο άνθρωπος για να γνωρίσει τον εξωτερικό κόσμο, την κοινωνία και τον ίδιο τον εαυτό του, για να ρυθμίζει αποτελεσματικά τη δράση του – με τα προβλήματα τούτα καταγίνεται και η φιλοσοφία και η επιστήμη, η πρώτη με τα πιο γενικά, η δεύτερη, η επιστήμη, με τα ειδικότερα – θα διαπιστώσουμε:[2]
α) Τα μεγάλα αυτά προβλήματα δεν τα έλυσαν οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο. Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις διάφορες λύσεις σε δυο κατηγορίες. «Η αντιεπιστημονική ερμηνεία» του κόσμου είναι η μία, η «επιστημονική» είναι η άλλη, η δεύτερη. Και οι δυό αυτές κατηγορίες υπάρχουν παράλληλα ως τις ημέρες μας.
β) Πρώτη παρουσιάζεται η αντιεπιστημονική ερμηνεία. Τροφοδότρα πηγή είναι η άγνοια. Βασικές μορφές της η μυθολογία, οι δεισιδαιμονίες, η θρησκεία. Η ερμηνεία αυτή συμπυκνώνεται σε τούτη την απάντηση: Πως τον κόσμο τον δημιούργησαν και τον κυβερνούν υπερφυσικές δυνάμεις, οι Θεοί, το πνεύμα. Παράλληλα όμως εκφράζεται και με την ιδεαλιστική φιλοσοφία. Γιατί και η ιδεαλιστική φιλοσοφία την ίδια, την αντιεπιστημονική ερμηνεία, καλλιεργεί και τελειοποιεί. Στο βάθος η ιδεαλιστική φιλοσοφία δεν είναι, παρά προέκταση της αντιεπιστημονικής ερμηνείας, λεπτότερη, φιλοσοφική, ας πούμε, δικαιολόγηση και δικαίωση της θρησκείας.
γ) Σιγά –σιγά όμως ο άνθρωπος και έπειτα από σκληρό αγώνα δημιούργησε με την παρατήρηση και το πείραμα την επιστήμη. Η αληθινή επιστήμη θεμελιώνει την νομοτέλεια μέσα στα ίδια τα φαινόμενα, σ’ αυτά τα ίδια βρίσκει την αιτία της αλλαγής και της εξέλιξης, βγάζει από τη μέση τους θεούς, το πνεύμα, τις υπερφυσικές δυνάμεις, λυτρώνει τον άνθρωπο από την κυριαρχία τους και τον κάνει τον ίδιο κυρίαρχο. Επάνω στην ίδια βάση ερμηνεύει και η υλιστική φιλοσοφία τον κόσμο και λύνει τα γενικά προβλήματα. Η υλιστική φιλοσοφία γεννήθηκε από την επιστήμη, «από την πάλη της επιστήμης ενάντια στην άγνοια και το σκοταδισμό», προοδεύει και εξελίσσεται ταυτόχρονα και αντίστοιχα με την πρόοδο και την εξέλιξη της επιστήμης. Είναι προέκταση και καθοδηγητής της επιστήμης. Γι αυτό η υλιστική φιλοσοφία είναι «κάτι το ζωντανό, κάτι που βρίσκεται πάντοτε σε ανοδική κίνηση».
δ) Έχουμε λοιπόν δυό μεγάλα και ασυμβίβαστα μεταξύ τους ρέματα στη φιλοσοφία, το ιδεαλιστικό και το υλιστικό. Η ιδεαλιστική φιλοσοφία είναι από τη φύση της, αφού καλλιεργεί την αντιεπιστημονική ερμηνεία του κόσμου, αντιπροοδευτική, αντιδραστική. Εκφράζει τα συμφέροντα της κυρίαρχης κάθε φορά τάξης, και αυτής είναι όργανο. Βάζει φραγμούς στην επιστήμη, την πνίγει. Κλασικό παράδειγμα ο μεσαίωνας. Η υλιστική φιλοσοφία είναι, κι αυτή από τη φύση της, προοδευτική επαναστατική, γκρεμίζει τα είδωλα. Εκφράζει τους πόθους και τα στενά δεμένα με την πρόοδο συμφέροντα της τάξης, που κάθε φορά ανεβαίνει. Η ίδια η αστική τάξη, που στήριγμά της έχει σήμερα την ιδεαλιστική φιλοσοφία, στην επαναστατική εξόρμηση και στην προοδευτική της πορεία έγινε, όπως είπα, ο φορέας της επιστήμης, και παράλληλα καλλιέργησε την υλιστική φιλοσοφία. Αυτήν την υλιστική φιλοσοφία είχε ακαταμάχητο όπλο στα χέρια της, όπως και σήμερα ο δουλευτής λαός έχει ακαταμάχητο όπλο στο λυτρωτικό του αγώνα το διαλεχτικό υλισμό.
Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές φαίνεται καθαρά η σχέση της επιστήμης με τη φιλοσοφία: Με την ιδεαλιστική φιλοσοφία βρίσκεται η επιστήμη σε φανερή σύγκρουση και αντίθεση, γιατί στο βάθος η ιδεαλιστική φιλοσοφία αναιρεί την επιστήμη  ή εμποδίζει την πρόοδό της. Ο συμβιβασμός που έγινε τον περασμένο αιώνα, να περιοριστεί αυστηρά η επιστήμη να ερευνάει μόνο τα φαινόμενα και την αναμεταξύ τους σχέση, αφήνοντας αποκλειστικά τη φιλοσοφία να καταγίνεται με τα γενικά προβλήματα, ο συμβιβασμός τούτος επικυρώνει ίσα-ίσα τη σύγκρουση της επιστήμης με τη φιλοσοφία, χωρίς να φέρει την αρμονία και τη συνεργασία αναμεταξύ τους, αφού στενεύει τα όρια της επιστήμης και της κόβει τα φτερά.
Με την υλιστική όμως φιλοσοφία και ιδιαίτερα με τον διαλεχτικό υλισμό η επιστήμη βρίσκεται στην πιο αρμονική σχέση και συνεργασία. Η υλιστική φιλοσοφία γενικά, ο διαλεχτικός υλισμός ιδιαίτερα, εναρμονίζει και ενοποιεί τα πορίσματα της επιστήμης, και με βάση τα πορίσματα αυτά δίνει επιστημονική λύση στα γενικά προβλήματα, καθοδηγώντας έτσι την επιστήμη στην προοδευτική πορεία της. Σύμφωνα με τον Έγκελς « η διαλεχτική είναι η επιστήμη των γενικών νόμων του εξωτερικού κόσμου, της ανθρώπινης κοινωνίας, όπως και της ανθρώπινης σκέψης».
Από τον κίντυνο, που διατρέχει η επιστήμη από τις δυό τούτες αντινομίες, που τώρα δα σύντομα ανάφερα, την απαλλάσσει σήμερα μόνον ο διαλεχτικός υλισμός. Ο διαλεχτικός υλισμός αναιρεί τη σύγκρουση της επιστήμης με τη φιλοσοφία, αποκατασταίνει την αρμονική συνεργασία αναμεταξύ τους, λυτρώνει την επιστήμη από τη βαθειά ηθική κρίση και τις εσωτερικές αντιφάσεις, που της δημιούργησε ο καπιταλισμός, και καθοδηγεί τον επιστήμονα στην «τολμηρή δημιουργική δράση».
Την αρμονική συνεργασία της επιστήμης με το διαλεχτικό υλισμό, που προσπάθησαν να κλονίσουν οι ιδεαλιστές και αγνωστικιστές φυσικοί και φιλόσοφοι, την επικυρώνει και την επαληθεύει ο κ. Κιτσίκης με τη φιλοσοφική του μελέτη. Το δίδαγμα τούτο είναι ένα από τα πιο πολύτιμα.
3. Μα και ένα άλλο δίδαγμα θα αποκομίσει όποιος διαβάσει προσεχτικά το βιβλίο του. Θα διαπιστώσει, πόσο μεγάλη είναι η συμβολή και η σημασία της φυσικής για τη φιλοσοφία. Και το δίδαγμα τούτο έχει εξαιρετική σπουδαιότητα. Είναι αλήθεια πως οι ιδρυτές του διαλεχτικού υλισμού τόνισαν πως «η φιλοσοφία του διαλεχτικού υλισμού πρέπει να στηρίζεται στη γνώση των φυσικών επιστημών και των μαθηματικών». Είναι ακόμη αλήθεια, πως ιδιαίτερα ο Έγκελς στη «Διαλεχτική της φύσης» ερεύνησε με το φως του διαλεχτικού υλισμού την ιστορία και «τα πιο σημαντικά ζητήματα των φυσικών επιστημών». Όμως η φυσική της εποχής του δεν είχε δημιουργήσει βαθειές φιλοσοφικές αντιθέσεις. Και από το άλλο μέρος επειδή ο διαλεχτικός υλισμός δοκιμάστηκε και εφαρμόστηκε αποτελεσματικά στην ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, σα να γεννήθηκε η παρανόηση, πως ο διαλεχτικός υλισμός δεν είναι γενική κοσμοθεωρία, παρά μόνο η επιστημονική ερμηνεία της πορείας της κοινωνίας, και πως διαλεχτικός υλισμός και ιστορικός υλισμός είναι περίπου το ίδιο πράμα. Από την παρανόηση τούτη μας βγάζει η μελέτη του κ. Κιτσίκη. Οι επαναστατικές θεωρίες της νεότερης φυσικής, μας δείχνει στη μελέτη του ο κ. Κιτσίκης, επαληθεύουν θριαμβευτικά τις θεμελιακές αρχές του διαλεχτικού υλισμού. Επιβεβαιώνουν πως, «η εξωτερική πραγματικότητα είναι γεμάτη αντιθέσεις, σε αδιάκοπη δυναμική εναλλαγή, εξέλιξη και ανάπτυξη, που τείνει σε καινούργιες μορφές και συνθέσεις των αντιθέσεων, χωρίς τίποτε το στατικό, το απόλυτο, το άφθαρτο». Από το άλλο όμως μέρος μόνο με το διαλεχτικό υλισμό μπορούν να  ερμηνευτούν και να κατανοηθούν. Ο φυσικός, τονίζει ο κ. Κιτσίκης, δε θα μπορέσει να καταλάβει τη θεωρία της σχετικότητας, τη θεωρία για τα κβάντα, τη θεωρία για τις μεταστοιχειώσεις, αν δεν τις τοποθετήσει στη μόνη σωστή φιλοσοφική βάση, τη διαλεχτική. Μόνον άμα οι θεωρίες αυτές φωτιστούν με το διαλεχτικό υλισμό, μόνον τότε ο φυσικός θα γίνει ικανός να τις κατανοήσει και από την επιστημονική άποψη.
4. Οι καταχτήσεις της νεότερης φυσικής επαληθεύουν «θριαμβευτικά» τις θεμελιακές αρχές του διαλεχτικού υλισμού. Από το σπουδαίο τούτο δίδαγμα, που αποκομίζουμε από τη φιλοσοφική μελέτη του κ. Κιτσίκη, θέλω να εξάρω δυό σημαντικά σημεία. Το πρώτο είναι η διαλεχτική πορεία της επιστήμης.
Ο διαλεχτικός υλισμός χτύπησε «κάθε στατικότητα, κάθε παραμονή στην ίδια μορφή». Τίποτε δεν είναι σταθερό και αμετάβλητο, ούτε καν η επιστημονική αλήθεια. Σύμφωνα με τον Έγκελς, τα αντικείμενα, φαινόμενα σταθερά, και οι πνευματικοί καθρεφτισμοί τους στο μυαλό μας – οι ιδέες, οι έννοιες, οι γνώσεις – «περνούν από αδιάκοπη μεταβολή ανάμεσα σε γέννηση και εξαφάνιση, όπου, παρά τις στιγμιαίες υπαναχωρήσεις, σημειώνεται  προοδευτική ανάπτυξη».
Η συμβολή που προσφέρει με τη μελέτη του στο σημείο τούτο ο κ. Κιτσίκης, είναι, πως επαληθεύει επάνω στις καταχτήσεις και τις θεωρίες της νεότερης φυσικής τη διαλεχτική πορεία της επιστήμης. Η πορεία των φυσικών επιστημών, τονίζει, είναι «ξεκάθαρα διαλεχτική». Αποδείχνει πως η επιστήμη αδιάκοπα προοδεύει, και πως η πρόοδός της συντελείται με βάση τις αντιθέσεις. Ο κλονισμός των θεωριών της κλασικής φυσικής δεν είναι κρίση της επιστήμης, αντίθετα, τονίζει, είναι πρόοδος, γιατί «πλάτυνε τον ορίζοντα της επιστήμης, δυνάμωσε την πεποίθηση για την σχετική αξία των θεωριών της, τόνωσε την προσπάθεια για αδιάκοπη αναθεώρηση και συμπλήρωση». Οι θεωρίες της νεότερης φυσικής, μας λέει, «μας δίνουν την καλύτερη εικόνα για την ανοδική πορεία της επιστημονικής αλήθειας».
Μα η προοδευτική κίνηση της επιστήμης είναι αντιφατική! Η επανάσταση της νεότερης φυσικής, τονίζει ο κ. Κιτσίκης, και γενικά «οι επιστημονικές επαναστάσεις, όπως και οι κοινωνικές είναι άλματα, είναι πέρασμα από τις αργές ποσοτικές αλλαγές σε ξαφνικές ποιοτικές αλλαγές, ανατρεπτικές των θεωριών και των θεμελιακών αρχών της επιστήμης. Είναι ξέσπασμα των εσωτερικών αντιθέσεων που υπάρχουν μέσα στις θεωρίες». Οι καταχτήσεις της νεότερης φυσικής δημιουργούν αντιθέσεις με τις θεμελιακές αρχές της κλασικής φυσικής, δεν  τις ανατρέπουν όμως, αντίθετα τις συμπληρώνουν και «οδηγούν σε ανώτερη σύνθεση». Και καταλήγει « η σύγχρονη φυσική έφερε σε υψηλότερο επίπεδο την επιστημονική αλήθεια. Έδειξε τη σχετική αξία του παλιού και γερά θεμελιωμένου επί αιώνες, και υπογράμμισε έτσι τη σχετικότητα της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής αλήθειας.   
  5. Το δεύτερο σημείο, που θέλω να εξάρω είναι η διαλεχτική πορεία της αιτιότητας. Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρία στάδια στην πορεία, που βάδισε η αιτιότητα, και τρείς αντίστοιχες μορφές, που πήρε στην εξέλιξή της. Το αντιεπιστημονικό, το μηχανικιστικά επιστημονικό, και τρίτο το, ανώτερο, το διαλεχτικό στάδιο.
Στο πρώτο στάδιο, η αιτιότητα έχει μυθολογική μορφή. Στο στάδιο τούτο οι αιτίες βρίσκονται έξω και πάν από τα πράματα. Οι αιτίες για τα φυσικά φαινόμενα, για την εναλλαγή, τη γέννηση και την εξαφάνισή τους, είναι υπερφυσικές, εξωκοσμικές. Εξωκοσμικές είναι οι αιτίες και για τα κοινωνικά φαινόμενα – Οι Θεοί και οι εκλεχτοί τους ρυθμίζουν τη ζωή της κοινωνίας, κανονίζουν τη πορεία της όπως τους αρέσει, σπέρνουν τη δυστυχία ή την ευλογία. Τη ζωή έπειτα του ανθρώπου την κυβερνούν και πάλι εξωκοσμικές αιτίες, και ρυθμίζουν τη δράση του με διάμεσο την άϋλη ψυχή. Στο στάδιο τούτο όλα τα ρυθμίζουν οι εξωκοσμικές φανταστικές δυνάμεις σύμφωνα με την ελεύτερη, ιδιότροπη βούλησή τους. Δεν υπάρχει καμιά νομοτέλεια. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει καμιά πρόβλεψη, είναι υποταγμένος στη μοίρα του.
Στο δεύτερο στάδιο, το επιστημονικό, η μορφή που παίρνει η αιτιότητα είναι μηχανιστική. Η επιστήμη τώρα θεμελιώνει τη νομοτέλεια μέσα στα πράματα. Ο άνθρωπος με την επιστήμη ανακαλύπτει τις αιτίες μέσα στα ίδια τα φαινόμενα, διατυπώνει  τους νόμους της γέννησης, της ανάπτυξης και της φθοράς τους, και τις υποτάσσει τις αιτίες, υπακούοντας στους νόμους που διατύπωσε. Γίνεται έτσι ικανός να προβλέψει, άμα ξέρει τις αιτίες, με βεβαιότητα το αποτέλεσμα, και ρυθμίζει αντίστοιχα τη δράση του. Η αιτιοκρατία με τη μορφή τούτη ήταν η βασική έννοια της κλασικής φυσικής και μηχανικής. Τη θεωρούσαν ασάλευτη, ιερή και απαραβίαστη.
Τη μηχανιστική τούτη αντίληψη για την αιτιότητα την κλόνισε, εκτός από την κοινωνιολογία, και η νεότερη φυσική, ιδιαίτερα η μικροφυσική, με την «αρχή της απροσδιοριστίας» και έτσι πήρε η αιτιότητα την τρίτη μορφή και υψωθήκαμε στη διαλεχτική αιτιότητα. Ανάγλυφη εικόνα για τη μάχη που άναψε ανάμεσα στους αντιδιαλεχτικούς και διαλεχτικούς φυσικούς και φιλόσοφους, μας δίνει, όπως είπα, ο κ. Κιτσίκης στη μελέτη του. Και είναι σπουδαία η συμβολή που προσφέρει. Τρία χαραχτηριστικά σημεία ξεκαθαρίζει ο κ. Κιτσίκης, και έτσι μπορούμε να συλλάβουμε πιο καθαρά τη διαλεχτική αιτιότητα.
Βλέπουμε πρώτα, πως οι νόμοι της κλασικής φυσικής και μηχανικής δεν είναι αιώνιοι, ιεροί και απαραβίαστοι. Βλέπουμε ακόμη πως η αρχή της απροσδιοριστίας κλονίζει με την αντίθεσή της τη μηχανιστική αιτιότητα, δεν την ανατρέπει όμως, ούτε μας φέρνει  στον ιντετερμινισμό, και την αναρχία. Αντίθετα τη συμπληρώνει και την προάγει. Από την πάλη ανάμεσά τους, υψωνόμαστε σε ανώτερη σύνθεση της αιτιότητας, που καθρεφτίζει πολύ καλύτερα την νομοτέλεια της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η αρχή της απροσδιοριστίας, τονίζει ο κ. Κιτσίκης «δημιουργεί τη βάση για μια καινούργια αιτιοκρατούμενη μηχανική, πολύ πιο τέλεια από την κλασική».
Βλέπουμε ακόμη δυό σημαντικές τροποποιήσεις, που πρέπει να κάνουμε στη μηχανιστική αιτιότητα. «Ορισμένα φαινόμενα του μικρόκοσμου δεν μπορούμε να τα προβλέψουμε, παρά μόνον με πιθανότητα. Στη θέση του απόλυτου ντετερμινισμού πρέπει να βάλουμε το στατιστικό ντετερμινισμό». Έτσι «προβλέπουμε τις πιθανότητες για διάφορες μπορετές καταστάσεις». Η πιθανότητα όμως αυτή μπορεί να προσεγγίσει τη βεβαιότητα. Η νεότερη λοιπόν φυσική επαληθεύει τα λόγια του Λένιν : «Ο διαλεχτικός υλισμός τονίζει το πρόσκαιρο, το σχετικό, τον κατά προσέγγισιν χαραχτήρα, που έχουν όλα αυτά τα ορόσημα ( οι αρχές και οι νόμοι) στη γνώση της φύσης για την ανθρώπινη επιστήμη, που όλο προχωρεί».
Μα και μια δεύτερη τροποποίηση πρέπει να κάνουμε. Πρέπει να προσθέσουμε την επαφή του παρατηρητή,  με το αντικείμενο, που παρατηρεί. Ο άνθρωπος, τονίζει ο κ. Κιτσίκης, στον αιτιοκρατικό καθορισμό της πορείας των φαινομένων δεν είναι απλός παρατηρητής. Είναι και συμμέτοχος. Δεν μπορεί να βγει έξω από τον κόσμο. Μετέχει στη συντέλεση των μεταβολών, και ενώ μετέχει, μεταβάλλεται και ο ίδιος. Η ενεργητική συμμετοχή του ανθρώπου, σχετικά μικρή και περιορισμένη στα φαινόμενα της φύσης, αρκετά όμως μεγάλη στη πορεία της κοινωνίας, είναι το σπουδαιότερο καινούργιο στοιχείο, που μας δίνει η διαλεχτική αιτιότητα. Λυτρωνόμαστε έτσι από την άκαμπτη μηχανιστική αιτιότητα, από τον τυφλοντετερμινισμό, ξεφεύγουμε από τον αιτιοκρατικό φαταλισμό «από το παράδοξο δηλαδή, η επιστήμη – προϊόν των αναγκών της δράσης – να μη κατορθώνει παρά να αρνείται τις δυνατότητες αυτής της δράσης». Ο διαλεχτικός λοιπόν υλισμός μένει πιστός στη νομοτέλεια, «θεμελιώνει όμως έναν καινούργιο κόσμο ανώτερο, ντετερμινισμό».
6. Ολοφάνερο τώρα, πόσο απαραίτητος είναι ο διαλεχτικός υλισμός για κάθε επιστήμονα. Ο εξοπλισμένος με το διαλεχτικό υλισμό επιστήμονας δεν θα κλείνεται πια μέσα στον κλάδο της επιστήμης που διάλεξε. Δεν θα είναι πια ο κοντόθωρος και ανερμάτιστος «ειδικός» χωρίς καμιά γενική εποπτεία και πραγματική κατανόηση επάνω στα φαινόμενα της φύσης και της κοινωνίας. Δε θα ερευνάει τα φαινόμενα της ειδικότητάς του απομονωμένα, έξω από τη ζωντάνια και τη δυναμική τους. Δε θα χάνει από τα μάτια του την αλληλοεξάρτησή  τους, την αντιφατική κίνηση, την γέννηση, την ανάπτυξη, την παρακμή τους. Δε θα του ξεφεύγει το βαθύτερο νόημα της ζωής, και δε θα παραπλανιέται σε στραβούς κοινωνικούς δρόμους. Ο εξοπλισμένος με το διαλεχτικό υλισμό επιστήμονας θα πατάει σε στερεό επιστημονικό έδαφος. Καθοδηγητή  στην έρευνά του, και βάση στη προοπτική του θα έχει τη μόνη επιστημονική κοσμοθεωρία και γνωσιολογία, και θα κρατάει στα χέρια του τη διαλεχτική, τη μόνη γόνιμη, την μόνη σωστή επιστημονική μέθοδο. Το δίδαγμα τούτο το επαληθεύει η φιλοσοφική μελέτη του κ. Κιτσίκη. Αν έφτασε ο κ. Κιτσίκης στην ανώτερη αρμονική σύνθεση των θεωριών της νεότερης φυσικής, το πέτυχε, γιατί είχε οδηγό του τη γνωσιολογία του διαλεχτικού υλισμού και χρησιμοποίησε επιστημονικά τη διαλεχτική μέθοδο.
Ο διαλεχτικός λοιπόν υλισμός είναι το πιο πολύτιμο στοιχείο για  τη γενική μόρφωση και πρέπει να αποτελέσει τα θεμέλια για τη μόρφωση και τον επιστημονικό καταρτισμό της φοιτητικής νεολαίας.
Τι γίνεται όμως σε μας σήμερα; Στα προπύργια της αντίδρασης, στα ανώτερα Εκπαιδευτικά μας Ιδρύματα, δεν μπορούσε παρά να κυριαρχεί η ιδεαλιστική φιλοσοφία και να αγνοείται ο διαλεχτικός υλισμός. Και όσες φορές τον αναφέρουν οι μισθοφόροι της αντίδρασης καθηγητές, το κάνουν με το μοναδικό σκοπό, να τον διαστρεβλώσουν και να τον συκοφαντήσουν. Και δεύτερο, η φιλοσοφία, απομονωμένη στη φιλολογική σχολή, διδάσκεται μονοπωλιακά στους φοιτητές της φιλολογίας. Επιβάλλεται λοιπόν, όταν έρθει η ώρα – και δεν θα αργήσει – για τη ριζική μεταρρύθμιση στην ανώτερη παιδεία, να γίνει υποχρεωτική για όλους τους φοιτητές η διδασκαλία του διαλεχτικού υλισμού.      



[1] «Την ίδια χρονιά (1947) έπειτα από τις 25 του Μάρτη, ο Πρύτανης Νίκος Κιτσίκης, απάνω στην αίθουσα «Χαρίλαος Τρικούπης» μας μίλησε για την επίδραση των φυσικών επιστημών στην Φιλοσοφία. Η ομιλία ήταν καλή αλλά είχε πολλά κομμάτια από φυσική «Κβάντα και ιόντα» και πως τα λένε αυτά, και ηλεκτρόνια και φωτόνια, ήτανε λίγο δύσκολη η ομιλία. Μια μέρα τον βλέπω κι έρχεται  σπίτι. Και μου λέει: «Κωστάκη, εσύ θα μου γράψεις την κριτική στην ομιλία μου. Σε κανέναν άλλο δεν έχω εμπιστοσύνη». –Τι να γράψω εγώ που λέει για μένα ακατανόητα πράματα. «- Οπωσδήποτε εσύ θα γράψεις. Πες μου τι βοήθεια μπορώ να σου κάνω». Λέω: -Θα σου απαντήσω αφού συνεργαστούμε δυό τρείς φορές μαζί. Πήγα λοιπόν σπίτι του την πρώτη φορά, του έθεσα ορισμένα πράγματα να μου εξηγήσει τι είναι τα κβάντα και όλα αυτά. Μου τα εξήγησε με τον πιο απλό τρόπο. Αυτή η συνεργασία κράτησε τρείς φορές από τρείς ώρες. Εγώ κρατούσα τις σημειώσεις που ήθελα για να γράψω την κριτική. Την κριτική την έγραψα τον Αύγουστο του 1947. Την διάβασα του Κιτσίκη και μου λέει: «-Τι κρίμα να μην το ήξερα. Έπρεπε να μπει αυτό εισαγωγή στη μελέτη μου. Αν γίνει δεύτερη έκδοση, η κριτική σου θα μπει για εισαγωγή. Τώρα –μου λέει – πρέπει να δημοσιευτεί». –Να δημοσιευτεί. Επήγα στο Ριζοσπάστη, έδωσα στον αρχισυντάκτη – ο Λαμπρινός ήταν – τη διάβασε και μου λέει: - «Είναι πολύ καλή. Τα ίδια είπε και ο Διευθυντής του Ριζοσπάστη. Άρεσε και στον Διευθυντή τον Καραγιώργη αλλά ξέρεις είναι πολύ μεγάλη». Λέω να μπει σε δύο φύλλα, Κυριακή και Πέμπτη. Λέει: «Δύσκολο πράμα είναι, δεν μπορούμε να τη βάλουμε». Το είπα του Κιτσίκη, θύμωσε κι αυτός και αποταθήκαμε στη «Νέα Οικονομία». Διευθυντής ήταν τότε ο Χρίστος ο Αγγελόπουλος γενικός Διοικητής του Ι.Κ.Α. – τη διάβασε, του άρεσε πολύ, αλλά μου λέει ότι: «-Κάποιες φράσεις πρέπει ν αλλάξουν». Μου υπέδειξε ποιες φράσεις ήταν. Τις άλλαξα, τις έκανα μαλακώτερες να πούμε και εδημοσιεύτηκε εκεί.» – Ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ σελ. 79-80 

[2] Georges Politzer “Principes elementaires de Philosophie” 1946 Edition sociales

1 σχόλιο: