Την ώρα που το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης καταστρώνει σενάρια που προβλέπουν ακόμη και αύξηση του αφορολογήτου στα 12.000 ευρώ, πληροφορίες από την εκκαθάριση των φετινών φορολογικών δηλώσεων που συγκέντρωσε η «Κ» αποτυπώνουν μαζική... μετατόπιση πληθυσμού προς τα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια.
Από περίπου 5,9 εκατ. κοινές φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν μέχρι και το τέλος Αυγούστου, τα 3,7 εκατ. ή το εκρηκτικό ποσοστό του 62,82% έδειξε οικογενειακές αποδοχές κάτω από 12.000 ευρώ.
Από το 2010 –έτος έναρξης εφαρμογής των μνημονίων– μέχρι σήμερα το «μερίδιο» των φτωχότερων φορολογουμένων έχει αυξηθεί κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες. Το 2010, ο αριθμός των φορολογουμένων με οικογενειακό εισόδημα κάτω από 12.000 ευρώ ήταν 2,782 εκατ. άτομα, δηλαδή περίπου ένα εκατομμύριο λιγότερα σε σχέση με σήμερα.
Εκτός φόρου
Προκύπτει, επομένως, ότι το 63% των οικογενειών στην Ελλάδα έχει σταματήσει –είτε λόγω απομείωσης των εισοδημάτων είτε λόγω εκτεταμένης φοροδιαφυγής– να συνδράμει στα φορολογικά βάρη, αφήνοντας τον συνολικό «λογαριασμό» του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων –περισσότερα από 8 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση– να τον σηκώνουν 2,2 εκατ. νοικοκυριά που εμφανίζονται πλέον να ζουν με περισσότερα από 1.000 ευρώ τον μήνα.
Είναι λοιπόν προφανές ότι το «σύνθημα» για αφορολόγητο στις 12.000 ευρώ έχει πλατιά πολιτική απήχηση, καθώς «αγγίζει» τη συντριπτική πλειοψηφία των φορολογουμένων – έστω και αν στην πραγματικότητα το κατά κεφαλήν όφελος είναι μικρό, δεδομένου ότι και σήμερα το αφορολόγητο διαμορφώνεται στις 9.550 ευρώ. Από την άλλη, όμως, έχει και μεγάλο δημοσιονομικό κόστος. Και 200 ευρώ φόρο να «χαρίσεις» στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια, ο λογαριασμός μπορεί να ξεπεράσει τα 600-700 εκατ. ευρώ όταν ο «πληθυσμός» των ωφελουμένων ξεπερνάει τα δύο ή και τα τρία εκατομμύρια άτομα. Πόσο μάλλον όταν σε αυτόν τον «πληθυσμό» περιλαμβάνονται εισοδηματίες, αγρότες ή ελεύθεροι επαγγελματίες οι οποίοι σήμερα φορολογούνται με συντελεστές 1% ή 26% αντίστοιχα από το 1ο ευρώ.




