Άρθρο του Δ. Μπελαντή από το Rednotebook. Μόνο από έξω πέφτει το κάστρο. Μόνο με τον υγιή ανταγωνισμό με τον
ιδιωτικό τομέα θα μπορούσε το κράτος να εκλογικευθεί και να μειωθεί σε
όγκο. Αφήστε πίσω σας τον δεινόσαυρο. Πηγαίνετε να εργασθείτε στις
μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, στις τράπεζες, στον κατασκευαστικό τομέα,
στα χρηματοπιστωτικά κέντρα
Από όλες τις κυρίαρχες πλευρές ακούγεται συνέχεια το επιχείρημα ότι το
Δημόσιο (τόσο το στενό όσο και το ευρύτερο) είναι υπερδιογκωμένο,
οικονομικά σπάταλο, υδροκεφαλικό και ότι, επιτέλους, πρέπει να μειωθεί.
Ότι αυτό το Δημόσιο χτίστηκε επί χρόνια στην βάση των πελατειακών
σχέσεων και του πελατειακού κομματικού κράτους, πράγμα για το οποίο,
περιέργως αυτήν την στιγμή, όλα τα κυρίαρχα κόμματα ασκούν την άδολη
αυτοκριτική τους ή «ποιούν την νήσσα». Αυτή την στιγμή, οφείλουν να
πληρώσουν οι πελάτες και, βεβαίως, όχι οι πάτρωνες, αφού αυτοί έχουν
«ξεπλυθεί» μέσω της αυτοκριτικής. Υπονοείται μια εκδικητικότητα απέναντι
σε αυτούς που στάθηκαν «ηθικά αδύναμοι» και διεκδίκησαν με «μη
αξιοκρατικό τρόπο» να διορισθούν αντί να στραφούν στην δυναμική ιδιωτική
αγορά εργασίας – ενώ οι πάνω απλώς υπέκυψαν σε αυτήν την ολέθρια ηθική
αδυναμία μάλλον για λόγους φιλανθρωπικούς. Μήπως οι κυρίαρχοι έχουν και
αυτοί κάποιο δίκιο;
Δεν θα θυμίσουμε εδώ ότι ένα πολύ σημαντικό τμήμα του προσωπικού στο Δημόσιο έχει διοριστεί με διαδικασίες ΑΣΕΠ ή άλλες αξιόπιστες διαδικασίες πρόσληψης -και, όμως, συμπεριλαμβάνεται στις λοιδωρίες περί «επίορκων», «ανίκανων» κλπ. Ούτε θα επιμείνουμε στο σημαντικό γεγονός ότι το ποσοστό των εργαζομένων στο ευρύτερο Δημόσιο είναι, επί του συνολικού εργατικού δυναμικού, χαμηλότερο και από αυτό της Ε.Ε., αλλά και από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Ούτε θα θυμίσουμε τα «υπεραριστερά» περί φορολογίας του πλούτου, μείωσης των στρατιωτικών δαπανών κ.α. Θα ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι πρέπει τα έξοδα λειτουργίας του Δημοσίου να μειωθούν, και μάλιστα σημαντικά, και ότι αυτό αφορά και την αναγκαία μείωση προσωπικού.
Προτού φτάσουμε στην ανάγκη διαθεσιμοτήτων και απολύσεων, μπορούμε να ασχοληθούμε με τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία του εσωτερικού και του εξωτερικού, τα οποία πληρώθηκαν άπειρες χιλιάδες – αν όχι εκατομμύρια- ευρώ από το Δημόσιο για να συντάξουν τα κείμενα των μνημονίων, τα κείμενα των εφαρμοστικών νόμων, τα παραρτήματα, τις αιτιολογικές εκθέσεις κλπ. Βεβαίως, πραγματοποίησαν πολλή δουλειά και μας έβαλαν και μας σε πολύ κόπο (να απαντάμε εμπεριστατωμένα, να αντιπολιτευόμαστε κλπ). Τελικά, όμως, η δουλειά που έκαναν δεν ήταν και τόσο ικανοποιητική. Πέραν των όσων χρήσιμων και κοινωφελών συνεισέφεραν, δεν κατάφεραν να πείσουν τους κυβερνώντες να δράσουν γρήγορα και αποτελεσματικά, αφού πάνω από ένα χρόνο τώρα δεν προχωρούν με αποφασιστικά βήματα, δεν εφαρμόζουν στον μέγιστο βαθμό την διαθεσιμότητα –παρά μόνο με ημίμετρα– , ανέχονται τους κηφήνες και τους επίορκους, δεν προχωράνε σε άμεσες απολύσεις, ούτε στις αναγκαίες πειθαρχικές διώξεις, οι οποίες και θα επέσυραν αργία, διαθεσιμότητα κλπ.. Ακόμη περισσότερο, δεν κατάφεραν να πείσουν τους ίδιους τους υπαλλήλους ότι είναι για το καλό τους να απολυθούν, γιατί κάπου εκεί έξω, στον από χρόνια δυναμικό ιδιωτικό τομέα, μπορούν να προσφέρουν πολύ περισσότερα στην κοινωνία. Αντίθετα, βλέπουμε όλους αυτούς τους μη πεισμένους ανθρώπους να φωνασκούν και να διαδηλώνουν. Άρα, ο λόγος των γραφείων δεν έχει την απαιτούμενη ηγεμονική δύναμη. Άρα, η προσφορά αυτών των γραφείων –σε μια εποχή υψηλών προσδοκιών– ήταν μη ικανοποιητική, αφού τα επιχειρήματά τους δεν έπεισαν ούτε τους κυβερνώντες ούτε την κοινωνία. Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε να ζητήσει το Δημόσιο τα λεφτά πίσω για μη ικανοποιητική ανταπόκριση των γραφείων στις ανάγκες της σύμβασης; Δεν θα εξοικονομούσε έτσι πολύ σημαντικά ποσά;
Δεν θα θυμίσουμε εδώ ότι ένα πολύ σημαντικό τμήμα του προσωπικού στο Δημόσιο έχει διοριστεί με διαδικασίες ΑΣΕΠ ή άλλες αξιόπιστες διαδικασίες πρόσληψης -και, όμως, συμπεριλαμβάνεται στις λοιδωρίες περί «επίορκων», «ανίκανων» κλπ. Ούτε θα επιμείνουμε στο σημαντικό γεγονός ότι το ποσοστό των εργαζομένων στο ευρύτερο Δημόσιο είναι, επί του συνολικού εργατικού δυναμικού, χαμηλότερο και από αυτό της Ε.Ε., αλλά και από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Ούτε θα θυμίσουμε τα «υπεραριστερά» περί φορολογίας του πλούτου, μείωσης των στρατιωτικών δαπανών κ.α. Θα ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι πρέπει τα έξοδα λειτουργίας του Δημοσίου να μειωθούν, και μάλιστα σημαντικά, και ότι αυτό αφορά και την αναγκαία μείωση προσωπικού.
Προτού φτάσουμε στην ανάγκη διαθεσιμοτήτων και απολύσεων, μπορούμε να ασχοληθούμε με τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία του εσωτερικού και του εξωτερικού, τα οποία πληρώθηκαν άπειρες χιλιάδες – αν όχι εκατομμύρια- ευρώ από το Δημόσιο για να συντάξουν τα κείμενα των μνημονίων, τα κείμενα των εφαρμοστικών νόμων, τα παραρτήματα, τις αιτιολογικές εκθέσεις κλπ. Βεβαίως, πραγματοποίησαν πολλή δουλειά και μας έβαλαν και μας σε πολύ κόπο (να απαντάμε εμπεριστατωμένα, να αντιπολιτευόμαστε κλπ). Τελικά, όμως, η δουλειά που έκαναν δεν ήταν και τόσο ικανοποιητική. Πέραν των όσων χρήσιμων και κοινωφελών συνεισέφεραν, δεν κατάφεραν να πείσουν τους κυβερνώντες να δράσουν γρήγορα και αποτελεσματικά, αφού πάνω από ένα χρόνο τώρα δεν προχωρούν με αποφασιστικά βήματα, δεν εφαρμόζουν στον μέγιστο βαθμό την διαθεσιμότητα –παρά μόνο με ημίμετρα– , ανέχονται τους κηφήνες και τους επίορκους, δεν προχωράνε σε άμεσες απολύσεις, ούτε στις αναγκαίες πειθαρχικές διώξεις, οι οποίες και θα επέσυραν αργία, διαθεσιμότητα κλπ.. Ακόμη περισσότερο, δεν κατάφεραν να πείσουν τους ίδιους τους υπαλλήλους ότι είναι για το καλό τους να απολυθούν, γιατί κάπου εκεί έξω, στον από χρόνια δυναμικό ιδιωτικό τομέα, μπορούν να προσφέρουν πολύ περισσότερα στην κοινωνία. Αντίθετα, βλέπουμε όλους αυτούς τους μη πεισμένους ανθρώπους να φωνασκούν και να διαδηλώνουν. Άρα, ο λόγος των γραφείων δεν έχει την απαιτούμενη ηγεμονική δύναμη. Άρα, η προσφορά αυτών των γραφείων –σε μια εποχή υψηλών προσδοκιών– ήταν μη ικανοποιητική, αφού τα επιχειρήματά τους δεν έπεισαν ούτε τους κυβερνώντες ούτε την κοινωνία. Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε να ζητήσει το Δημόσιο τα λεφτά πίσω για μη ικανοποιητική ανταπόκριση των γραφείων στις ανάγκες της σύμβασης; Δεν θα εξοικονομούσε έτσι πολύ σημαντικά ποσά;



