Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Ιδιωτικοποίηση του Δημόσιου Χώρου

Αναδημοσιεύουμε από το Πριν άρθρο του Χρήστου Σελιανίτη.
Ενώ η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ξεπουλήσει το δημόσιο πλούτο, το νομικό εργαλείο φαστ τρακ, αναδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμο για το κεφάλαιο. Ο Χρήστος Σελιανίτης, μέλος του Νέου Κινήματος Αρχιτεκτόνων (NKA), αναλύει την ταξική ουσία του φαστ τρακ. Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του σε πρόσφατη ημερίδα του ΝΚΑ με θέμα:  «Οι δημόσιοι χώροι ως κοινωνικό αγαθό σε κρίση».           
 (Τα "αναξιοποίητα" Ανάβρυτα)
Ταξική πάλη και νόμοι

Η έννοια του δημόσιου χώρου στην κοινή συνείδηση έχει ένα ασαφές και συνήθως υποκειμενικό περιεχόμενο. Οπωσδήποτε όμως το κοινό αίσθημα συνδέει έστω αόριστα και διαισθητικά το δημόσιο χώρο με τα δικαιώματα του πολίτη. Αυτό βεβαίως δεν είναι περίεργο. Συνήθως οι νομικοί, με τις καλύτερες προθέσεις, και στην προσπάθεια υπεράσπισης των δικαιωμάτων αυτών, ερμηνεύουν ότι τα «δημόσια κοινόχρηστα πράγματα» ανήκουν «κατά κυριότητα και εξ αδιαιρέτου σε όλους μας». Οι αποφάσεις του Ε’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα θέματα της πόλης και του περιβάλλοντος, ανεξάρτητα από την όποια κριτική μπορεί να ασκηθεί από την πλευρά των αρχιτεκτόνων για υπέρβαση της εξουσιοδότησής του, αναμφισβήτητα, αποτέλεσαν σε γενικές γραμμές μια συμβολή στους αγώνες για αυτά τα δικαιώματα. Η επίκληση από το νομικό κόσμο των ευρωπαϊκών οδηγιών και της ελληνικής νομοθεσίας στην προσπάθεια στήριξης των προσπαθειών του για τα ζητήματα αυτά, συγκρούεται με τη δραματική πραγματικότητα, όπως περιγράφεται από τούς ίδιους (βλ. την έκδοση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Προστασία του περιβάλλοντος, άρθρο 24 του Συντάγματος, Αιγιαλοί και Παραλίες ανήκουν στους πολίτες”, Αθήνα 5 Ιουνίου 2007). Ο πρόσφατος νόμος για τις «Στρατηγικές Επενδύσεις» (νόμος 3894 για το «φαστ τρακ», ΦΕΚ 204 A, 2/12/2010), αποτελεί μία ακόμα επιβεβαίωση του γεγονότος ότι οι νόμοι, οι κοινοτικές οδηγίες και τα συντάγματα δεν αποτελούν βεβαίως κείμενα αρχών, αλλά αποτύπωση σε διατάξεις της έκβασης μαχών της ταξικής πάλης στην εποχή της έγκρισής τους. Η ιδιωτική ιδιοκτησία της γης αποτέλεσε και ακόμα αποτελεί τροχοπέδη για την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, απομυζώντας κατά κύριο λόγο παρασιτικά, με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας, ένα μεγάλο μέρος της υπεραξίας, που παράγει βεβαίως μόνο η ζωντανή εργασία. Στην Ελλάδα της μικροϊδιοκτησίας το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα περίπλοκο. Το μετεπαναστατικό καθεστώς των κοτζαμπάσηδων και των ξένων, και το μετεμφυλιακό κράτος που αγκάλιασε τους δωσίλογους και τους μαυραγορίτες ήταν φυσικό να θεωρήσει και να χρησιμοποιήσει τη δημόσια περιουσία και κυρίως τη δημόσια γη, αλλά και γενικότερα τη γη, ως αντικείμενο προς λεηλασία.
Η χούντα της 21ης Απριλίου υπήρξε επάξιο διάδοχο καθεστώς. Η μικροϊδιοκτησία και η μικροεπιχείρηση, στηριγμένη κυρίως στην «αξιοποίηση» της γης ήταν τα βασικά μέσα άμβλυνσης της αγωνιστικής διάθεσης που είχε ως στόχους τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και το σοσιαλισμό.

Λεηλασία πλούτου με φαστ τρακ

Οι περιπέτειές του αστικού δημόσιου χώρου ξεκίνησαν, όπως είναι γνωστό, από τα πρώτα σχέδια για την πόλη της Αθήνας. Η συνέχεια ήταν εφιαλτική. Οι διαδοχικές εντάξεις περιοχών της χώρας στο σχέδιο πόλης, συνήθως μετά την οικοδόμησή τους, της οποίας είχε προηγηθεί η καταπάτηση δημόσιας γης, παρήγε ένα απίστευτο ιδιωτικό αστικό συνεχές. Οι δημόσιοι χώροι, ούτως ή άλλως ανεπαρκείς με βάση το σχεδιασμό, έμεναν πολύ συχνά στα σχέδια. Η απροθυμία ή και η αδυναμία του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης για απαλλοτριώσεις οδήγησε, με βάση τη νομοθεσία, αλλά και μερικές φορές ενάντια σ’ αυτή, στην ιδιωτικοποίηση και οικοδόμησή τους.

Ο κόσμος της εργασίας, τυφλωμένος από τις αξίες της γης και τις προσθήκες καθ’ ύψος, αφέθηκε σε μια αύξουσα ιδιώτευση, υπονόμευσε το μέλλον των περιοχών που κατοικούσε, χειροκροτώντας τις διαδοχικές τερατώδεις αυξήσεις των συντελεστών δόμησης, με τις οποίες, για παράδειγμα, εμφανιζόταν η χούντα να χαρίζει περιουσίες στους κατοίκους κόκκινων γειτονιών της περιφέρειας της πρωτεύουσας. Ο υπουργός Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος  Στέφανος Μάνος περιθωριοποιήθηκε πολιτικά όταν κατήργησε τις προσαυξήσεις των συντελεστών της χούντας. Ο Αντώνης Τρίτσης, με τις εισφορές σε γη, άνοιξε ένα παράθυρο για τη δημιουργία δημόσιων χώρων στις νέες περιοχές ένταξης στο σχέδιο πόλης, τα 'βαλε και με την ιδιοκτησία της Εκκλησίας και ουσιαστικά αποβλήθηκε από το πολιτικό σύστημα. Το παράθυρο Τρίτση μίκρυνε, η μεγάλη κυρίως ιδιωτική ιδιοκτησία ανέκτησε ορισμένα από τα στοιχεία που της είχαν αφαιρεθεί.

Σήμερα δημόσιες εκτάσεις της πόλης απειλούνται άμεσα με ιδιωτικοποίηση, ενώ ιδιωτικές εκτάσεις προορίζονται για απαλλοτρίωση, όχι για να αποδοθούν σε κοινή χρήση, αλλά για να παραχωρηθούν για επενδύσεις σε επιχειρήσεις. Θα ασχοληθούμε μόνο με τα σημεία του νόμου που έγινε γνωστός ως φαστ τρακ, που αφορούν στα ζητήματα του δημόσιου χώρου.
«Φορέας Πραγματοποίησης» των στρατηγικών επενδύσεων είναι (άρθρο 1, παρ. 3) «ο ιδιώτης επενδυτής, για δε τις Δημόσιες Στρατηγικές Επενδύσεις, η εταιρεία Επενδύστε στην Ελλάδα ΑΕ». Είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι πέντε από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Επενδύστε στην Ελλάδα ΑΕ «εκτός από τον Πρόεδρο και το Διευθύνοντα Σύμβουλο, διορίζονται μετά από υπόδειξη της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου, της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών και του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, που υποδεικνύουν από ένα πρόσωπο. Οι εκπρόσωποι των ανωτέρω μπορούν να συμμετέχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου οριζομένου αριθμού των μελών αυτού» (σ.σ. που είναι τα 11). Ιδού πού ανατίθενται οι «δημόσιες» επενδύσεις. Στους εκπροσώπους του κεφαλαίου και την εργοδοτική ΓΣΕΕ ως έτσι κι αλλιώς τραγικά μειοψηφικό «εκπρόσωπο» της εργατικής τάξης. Ο καθένας καταλαβαίνει ότι στις σημερινές συνθήκες, κατά τις οποίες υποτίθεται ότι γίνεται προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, οι όποιες δημόσιες επενδύσεις δεν θα είναι παρά φύλλα συκής για ιδιωτικές, μέσω Συμπράξεων Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα ή μετοχικών εταιρειών του «ευρύτερου δημόσιου τομέα», που θα ανήκουν προσωρινά κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο ή θα διευθύνονται από αυτό, μέχρι να εκποιηθούν.     

Ο νόμος για την επιτάχυνση και διαφάνεια υλοποίησης Στρατηγικών Επενδύσεων προβλέπει: «Για την πραγματοποίηση Στρατηγικών Επενδύσεων σε χώρους εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων επιτρέπονται συγκεκριμένες και ειδικές παρεκκλίσεις από τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής, καθώς και από τις διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985, ΦΕΚ 210 Α΄), για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος όπως αυτοί προσδιορίζονται και εξειδικεύονται στο άρθρο 3 παρ. 2 και μέχρι αναθεώρησης του ισχύοντος Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου. Οι συγκεκριμένες και ειδικές παρεκκλίσεις αυτές εγκρίνονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΣΧΟΠ) και μπορεί να αφορούν: α) τις αποστάσεις των κτιρίων από τα όρια του οικοπέδου, καθώς και τις αποστάσεις μεταξύ των κτιρίων και άλλων εγκαταστάσεων, β) το συντελεστή δόμησης, γ) το συντελεστή κατ’ όγκο εκμετάλλευσης, δ) την κάλυψη και ε) το ύψος, με εξαίρεση το ύψος των πυλώνων φωτισμού, το οποίο θα καθορίζεται από την αντίστοιχη μελέτη φωτοτεχνικής κάλυψης»(!). Δηλαδή οποιοιδήποτε όροι δόμησης. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, το ίδιο θα ισχύει και για τους οικισμούς, δηλ. για το σύνολο των οικιστικών περιοχών της χώρας «...κατόπιν αίτησης του Φορέα Πραγματοποίησης». Συμπέρασμα: Για τις επενδύσεις αυτές (άνω των 200.000.000 ευρώ έως άνω των 3.000.000 ευρώ, κατά περίπτωση) δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα όροι δόμησης.

Η κατάργηση όμως του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού πραγματοποιείται με τα προβλεπόμενα από το νόμο «Ειδικά Σχέδια Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Περιοχών Εγκατάστασης Στρατηγικών Επενδύσεων» (άρθρο 24). Αυτά εγκρίνονται από την προβλεπόμενη διϋπουργική επιτροπή (ΔΕΣΕ). Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των δύο βαθμών πρέπει να «εκδώσουν» γνώμη μέσα σε ένα μήνα (!), αλλιώς αγνοούνται. Τα ειδικά αυτά σχέδια δεν γίνονται κατ’ εφαρμογήν αλλά «εναρμονίζονται προς τις επιλογές ή κατευθύνσεις των εγκεκριμένων περιφερειακών πλαισίων και, αν αυτά ελλείπουν, προς τις επιλογές ή κατευθύνσεις του εγκεκριμένου Γενικού και των εγκεκριμένων Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Έως την έγκριση των ανωτέρω πλαισίων, η έγκριση των Ειδικών Σχεδίων Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης γίνεται μετά και από συνεκτίμηση των διαθέσιμων στοιχείων του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού και ιδίως αυτών που απορρέουν από υφιστάμενες ή υπό εξέλιξη μελέτες χωροταξικού χαρακτήρα» (άρθρο 24). Ας εξετάσουμε τι σημαίνουν αυτοί οι όροι.
Με τα Ειδικά Σχέδια, όπως προβλέπεται στο ίδιο άρθρο, γίνεται χωροθέτηση και οργάνωση «περιοχών ειδικών χρήσεων» για τις κατασκευές και τις εγκαταστάσεις των «στρατηγικών επενδύσεων», ορίζονται οι περιβαλλοντικοί όροι για κάθε επιμέρους στρατηγική επένδυση, «οι γενικοί και ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης που απαιτούνται (!) για την ανέγερση των κτισμάτων» τους, αλλά και των «βοηθητικών και συνοδών έργων τους». Ορίζονται ακόμη και «ειδικές ζώνες προστασίας και ελέγχου γύρω από τις οριοθετούμενες κατά τα ανωτέρω περιοχές, στις οποίες μπορεί να επιβάλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί στις χρήσεις γης, στη δόμηση και στην εγκατάσταση και άσκηση δραστηριοτήτων και λειτουργιών». Με την ίδια διαδικασία «εγκρίνονται και οι προσχώσεις επί της θάλασσας που απαιτούνται κατά περίπτωση (...), ο τρόπος καθορισμού του νέου αιγιαλού και η ανάληψη από τον κύριο του έργου της εκτέλεσης των έργων αυτών, καθώς και τα ειδικότερα μόνιμα ή προσωρινά έργα που απαιτούνται να εκτελεσθούν επί του αιγιαλού και της παραλίας, καθώς και επί του συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου ή του πυθμένα, για την εξυπηρέτηση των στρατηγικών επενδύσεων. Στα έργα αυτά περιλαμβάνονται και η τοποθέτηση (...) πλωτών προβλητών και εξεδρών και η πόντιση τεχνητών υφάλων».
Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές «κατισχύουν κάθε άλλης αντίθετης ή διαφορετικής ρύθμισης Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου, σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών και σχεδίων χρήσεων γης, που αφορούν τις περιοχές για τις οποίες καταρτίζονται και εγκρίνονται Ειδικά Σχέδια». Με βάση τις ίδιες διατάξεις επίσης είναι δυνατό «να τροποποιούνται εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια και πολεοδομικές μελέτες, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 3 του ν.δ. 17.7/16.8.1923 (ΦΕΚ 228 Α΄), εφόσον η τροποποίηση καθίσταται αναγκαία για το σχεδιασμό και την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των Στρατηγικών Επενδύσεων του παρόντος άρθρου. Στις περιπτώσεις αυτές η δημοσίευση των σχετικών εγκριτικών διαταγμάτων έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλεως, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/16.8.1923». Τέλος προβλέπεται ότι: «Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αφορά τον καθορισμό όρων και περιορισμών δόμησης σε εκτός σχεδίου περιοχές, δεν έχει εφαρμογή στις περιοχές που οριοθετούνται και σχεδιάζονται κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου».
Από αυτές τις ρυθμίσεις αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει «εναρμόνιση» με τις ισχύουσες κατευθύνσεις του σχεδιασμού και «συνεκτίμηση» του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού.
Η ταχύτητα της έκδοσης (ή παράκαμψης) των αποφάσεων εξασφαλίζεται με τις διατάξεις: «Όπου σύμφωνα με τον παρόντα νόμο απαιτείται η σύμπραξη διοικητικών αρχών, η σχετική διοικητική διαδικασία ολοκληρώνεται και οι αναγκαίες γνώμες και άδειες για την εκτέλεση των έργων, ιδίως σε σχέση με χωροταξικές και περιβαλλοντικές άδειες, συνοδά και βοηθητικά έργα και έργα σύνδεσης, εκδίδονται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών. Η προθεσμία αρχίζει από την υποβολή σχετικής αίτησης από την Επενδύστε στην Ελλάδα ΑΕ στην αρμόδια υπηρεσία. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής τεκμαίρεται ότι η άδεια που έχει ζητηθεί έχει δοθεί σύμφωνα με τη σχετική αίτηση (...). Η άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας των δύο (2) μηνών αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα που καταλογίζεται στον αρμόδιο υπάλληλο και επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ» (άρθρο 22, παρ. 1 & 2). Ο «επενδυτής» των 200.000.000 ευρώ (π.χ.) εξασφαλίζει την άδεια και ένας υπάλληλος τιμωρείται! Τι καταπληκτική περίπτωση προώθησης του εκμαυλισμού και πλήρους εκμηδένισης της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος, ειδικότερα σε σχέση με το χώρο.

Ιδιωτικοποίηση αιγιαλού και παραλίας

ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ, ΟΧΙ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, ΑΛΛΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ

Αφού έχει τακτοποιηθεί το θέμα της απαλλαγής του «επενδυτή» από τους περιορισμούς των διατάξεων και των κατευθύνσεων του όποιου πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, προβλέπεται και η επέμβαση αλλά και η παραχώρηση «χρήσης» στον αιγιαλό. Ιδού τι προβλέπει ο νόμος στο άρθρο 8: «Για την πραγματοποίηση στρατηγικών επενδύσεων επιτρέπεται η παραχώρηση στον κύριο του έργου του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου ή του πυθμένα μετά από αίτηση της Επενδύστε στην Ελλάδα ΑΕ». Και παρακάτω: «Τα ακίνητα που δημιουργούνται από τη μετατόπιση προς τη θάλασσα του ορίου του αιγιαλού, λόγω κατασκευής ή επέκτασης των έργων ή προσχώσεων, καταγράφονται ως δημόσια κτήματα και περιέρχονται στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και μπορεί να παραχωρούνται κατά χρήση ή να εκμισθώνονται στον κύριο του έργου των στρατηγικών επενδύσεων (...) Η κατά οποιονδήποτε τρόπο χρήση των εκτάσεων που παραχωρούνται ή εκμισθώνονται κατά την παρ. 4 από τρίτους, απαγορεύεται, εφόσον παρεμποδίζει την εκπλήρωση του σκοπού, για τον οποίο έγινε η παραχώρηση». Το «υπέρτερο δημόσιο συμφέρον» ταυτίζεται με το συμφέρον του «επενδυτή» με το πρόσχημα της οικονομικής κρίσης και, το πιο τραγικό, του δημόσιου επαχθούς χρέους.
Οι κατά καιρούς αναπτυξιακοί νόμοι, και ο παρών, προβλέπουν απαλλοτριώσεις για διευκόλυνση των επενδύσεων, ένα μέτρο τοπικής επίλυσης της κληρονομημένης αντίθεσης κεφαλαίου - γαιοκτησίας σε όφελος του κεφαλαίου. Οι διαδικασίες των απαλλοτριώσεων αυτών σχεδόν πάντοτε (και στο νόμο αυτό) προβλέπονται απλοποιημένες και σύντομες, σε αντίθεση με τις απαλλοτριώσεις που έχουν ως σκοπό την απόκτηση αστικού δημόσιου χώρου, που είναι χρονοβόρες και συνήθως αναποτελεσματικές. Ο όρος «απαλλοτρίωση» όχι εννοιολογικά αλλά κατά την κοινή αντίληψη και κοινωνική εμπειρία, παραπέμπει στην απόκτηση δημόσιου χώρου με την απαλλοτρίωση ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Όμως στο άρθρο 10 κάτω από έναν τίτλο περί «απαλλοτριώσεων» ο νόμος προβλέπει παραχώρηση δημόσιας ιδιοκτησίας σε ιδιώτη: «Ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με εξαίρεση τις ιδιοκτησίες οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ), εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν και μόνο κατά το μέρος που κρίνονται αναγκαία για την κατασκευή, επέκταση ή εκσυγχρονισμό των στρατηγικών επενδύσεων, δεν απαλλοτριώνονται, αλλά μπορεί να παραχωρούνται κατά χρήση για την κατασκευή, επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό των ανωτέρω επενδύσεων».

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
Επέλαση του κεφαλαίου σε βάρος της εργασίας
ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

«Ο δημόσιος χώρος δεν υπήρξε ποτέ κατά κυριολεξία τέτοιος (...) Υπόκειται σε συγκεκριμένες νομικές ρυθμίσεις. Αυτό βέβαια από μόνο του δεν συνιστά πρόβλημα. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες αλλά αποτελούν αντανάκλαση του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής και έτσι υπηρετούν σε τελική ανάλυση τις ανάγκες της κυρίαρχης τάξης (...) Τελικά, ο δημόσιος χώρος είναι δημόσιος μόνο στο βαθμό που δεν απειλεί τον “ιδιωτικό” χώρο και μάλιστα στο βαθμό που δεν απειλεί όχι τη μικρομεσαία ιδιοκτησία αλλά το μονοπωλιακό κεφάλαιο», έγραψε ο Δημήτρης Καλτσώνης (Πόλη και καταστολή – Δημόσιος χώρος και ελευθερία συναθροίσεων, Πρακτικά του Συνεδρίου «Μετασχηματισμοί της Ελληνικής Πόλης, σοσιαλιστική θεωρία πρακτική και καθημερινή πράξη», πρωτοβουλία του Νέου Κινήματος Αρχιτεκτόνων).
Στο καπιταλιστικό σύστημα το Σύνταγμα, η νομοθεσία, η πολεοδομία και η χωροταξία είναι τα θεσμικά μέσα που υποτίθεται ότι προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον σε σχέση με το χώρο. Βεβαίως στην πραγματικότητα η θεσμοθετημένη πολεοδομική ή χωροταξική μελέτη αλλά και η γενικότερη εφαρμοζόμενη (ή μη εφαρμοζόμενη) πολεοδομική νομοθεσία και νομολογία αποτυπώνουν, όπως αναφέραμε σχετικά και παραπάνω, την έκβαση της ταξικής αναμέτρησης κάθε περιόδου γύρω από τα ζητήματα του χώρου. Η βαρύνουσα σημασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης, μεγάλης και μικρής, σ’ αυτή την αναμέτρηση, πρέπει να μας κάνει προσεκτικούς σε σχέση με το ρόλο στην πάλη αυτή των μικροαστών ή της μικροαστικής συνείδησης τμημάτων της σύγχρονης εργατικής τάξης και ειδικότερα στη χώρα μας. Η σύγχρονη ιστορία του δημόσιου χώρου στη χώρα μας είναι μια διαδικασία περιφρόνησής του, καταπατήσεων, απαλλοτριώσεων για παραχώρηση στο μεγάλο κεφάλαιο, με εμπροσθοφυλακή το «στρατό» των μικροϊδιοκτητών της αστικής γης.     

Πάντως η «απελευθέρωση» από τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι πολεοδομικές και χωροταξικές μελέτες, ακόμα και οι απλοί περιορισμοί στη δόμηση και την εκμετάλλευση του χώρου και η υποκατάστασή τους από «φωτογραφικές» ρυθμίσεις, που προτείνει και απολαμβάνει ως κίνητρο ο «επενδυτής», είναι αναμφίβολα η πλήρης επικράτηση του ιδιωτικού πάνω στο δημόσιο, η κατάργηση της σχετικότητας του ιδιωτικού χώρου, η απόλυτη ιδιωτικοποίηση. Σε τελευταία ανάλυση η «απελευθέρωση» αυτή είναι αποτύπωση μιας βαριάς ήττας της εργασίας από το κεφάλαιο. Σήμερα όλοι οι σημαντικοί δημόσιοι χώροι απειλούνται και αυτό δεν είναι απλή πρόβλεψη.

Τα κινήματα της πόλης πρέπει να εξετάσουν το βαθύτερο ταξικό χαρακτήρα της αντίθεσης γύρω από τα ζητήματα του δημόσιου χώρου, για να είναι σε θέση να αξιολογούν τους πραγματικούς σημερινούς αλλά και τους εν δυνάμει συμμάχους τους. Επίσης δεν πρέπει να έχουν αυταπάτες για την πραγματική αξία των νόμων και των συνταγμάτων, χωρίς από την άλλη μεριά να τα υποτιμούν. Όμως νομίζω πως έχει ακόμα πιο μεγάλη σημασία το εργατικό κίνημα (και κυρίως το κομμουνιστικό) να περιλάβει τα ζητήματα του χώρου ανάμεσα στα ζητήματα που αναλύει, με τη βαρύτητα που τους ανήκει. Γιατί, όπως σε όλους τους αγώνες, έτσι και στους ταξικούς αγώνες, κυρίως όταν παίρνουν γενικευμένη μορφή, όπως σήμερα, η φύση του πεδίου, του χώρου, που στην πόλη περιλαμβάνει γεωγραφικές, τεχνικές και κοινωνικές παραμέτρους, δεν επιτρέπεται να υποτιμάται, τουλάχιστο γι’ αυτούς που πραγματικά επιδιώκουν την ανατροπή του καπιταλισμού.

Το να κοινωνικοποιήσεις έναν ελεύθερο χώρο ή να σώσεις ένα δημόσιο χώρο από την ιδιωτικοποίηση, είναι πολύ σπουδαία υπόθεση. Όπως βλέπουμε, η σημερινή υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας αναβαθμίζει τις επιδιώξεις κατάχρησης του χώρου από το κεφάλαιο. Η απάντηση στην παρούσα κατάσταση δεν μπορεί παρά να είναι η αναβάθμιση των αγώνων αυτών και γενικότερα των αγώνων γύρω από τα ζητήματα της πόλης με την ένταξή τους σε ένα πολιτικό σχέδιο της σύγχρονης εργατικής τάξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου