Από τον Ιο της ΕφΣυν
Η αυριανή δίκη κατά του πρώην πρύτανη του Πολυτεχνείου Κωνσταντίνου Μουτζούρη και του γραμματέα του ΕΕΚ Σάββα Μιχαήλ έχει ήδη προκαλέσει παγκόσμια κατακραυγή. Δεν είναι λίγο πράγμα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία για μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης συνδέεται συνειρμικά με τη γέννηση της δημοκρατίας, να βρίσκονται κατηγορούμενοι δύο εξέχοντες πολίτες, διωκόμενοι έπειτα από έγκληση στελεχών της Χρυσής.
Αυτό που διακυβεύεται πραγματικά αύριο είναι το δικαίωμα των πολιτών,
των θεσμικών τους οργάνων και των πολιτικών οργανώσεών τους να ασκούν το
ύψιστο δικαίωμα της προστασίας της ίδιας της δημοκρατίας από την απειλή
των ναζιστών.
Οι κατηγορούμενοι
Ο πρώτος κατηγορούμενος Κωνσταντίνος Μουτζούρης, ο οποίος έχει
διοριστεί από την κυβέρνηση στη θέση του προέδρου της Ρυθμιστικής Αρχής
Λιμένων, κατηγορείται ότι ως πρύτανης του ΕΜΠ «κατά τους μήνες Ιανουάριο
και Μάιο 2009 επέτρεψε τη χρήση οπτικών ινών που είχαν παραχωρηθεί στο
ανωτέρω εκπαιδευτικό ίδρυμα σε άγνωστους χειριστές της διαδικτυακής
διεύθυνσης ‘‘Αthens Indymedia’’, παρά το γεγονός ότι δεν επιτρέπεται η
παροχή δωρεάν υπηρεσιών για σκοπούς που δεν είναι εκπαιδευτικοί ή
ερευνητικοί, οι οποίοι (άγνωστοι χειριστές) με αναρτήσεις τους στον
ανωτέρω δικτυακό τόπο προκάλεσαν και διήγειραν δημόσια τους πολίτες σε
βιαιοπραγίες μεταξύ τους και σε αμοιβαία διχόνοια». Είναι αξιοσημείωτο
το γεγονός ότι ο κ. Μουτζούρης, ο οποίος υπήρξε υποψήφιος με τη Νέα
Δημοκρατία στις εκλογές του 2012, έχει ήδη δικαστεί για την ίδια ακριβώς
υπόθεση τον Μάιο του 2011 και έχει κηρυχθεί παμψηφεί αθώος. Στη δίκη
αυτή που διεξάχθηκε στο Στ΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ήταν
συγκατηγορούμενοι οι πρώην αντιπρυτάνεις του ΕΜΠ Γιάννης Πολύζος και
Μάκης Σπαθής, οι οποίοι επίσης αθωώθηκαν (απόφαση 35239/2011).
Το σκεπτικό της απόφασης επισημαίνει ότι δεν υπήρχε υπηρεσιακό καθήκον
των πρυτανικών αρχών να ελέγχουν το περιεχόμενο της ιστοσελίδας, αλλά
ούτε και οποιοσδήποτε σχετικός δόλος. Το δικαστήριο επισημαίνει ότι «μια
απόφαση της συγκλητικής αρχής περί διακοπής της λειτουργίας της
συγκεκριμένης ιστοσελίδας θα εκλαμβανόταν ως λογοκρισία» και ξεκαθαρίζει
ότι η απόφαση των πρυτανικών αρχών «μπορεί να τύχει αμφισβήτησης και
κριτικής, ουδείς όμως μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι κατηγορούμενοι
βρέθηκαν προ του διλήμματος από τη μια την προάσπιση της εύρυθμης
λειτουργίας του ιδρύματος (εφόσον η διακοπή της ιστοσελίδας θα
εκλαμβανόταν ως λογοκρισία και θα δημιουργούνταν διενέξεις και
αντιδράσεις, αφού στην εν λόγω ιστοσελίδα δεν φιλοξενούνταν μόνο οι
παραπάνω εμπρηστικές και αξιοποίνου περιεχομένου δηλώσεις, αλλά
φιλοξενούνται απόψεις του αντιεξουσιαστικού χώρου με πολιτικό λόγο
ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί κάποιος με αυτές ή όχι) και από την άλλη ότι
στο όνομα της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της διακίνησης
των ιδεών δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση και να είναι ανεκτές
αξιόποινες πράξεις».
Αν συνυπολογίσουμε τη χρονική στιγμή που υποβλήθηκε η έγκληση
(8.5.2009) θα αντιληφθούμε ότι επρόκειτο για την ταραγμένη περίοδο μετά
τη νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008 που πυροδοτήθηκε από τη
δολοφονία του 16χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ηταν μια πολιτική συγκυρία
που πράγματι το Indymedia έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο, προσφέροντας άμεση και
αλογόκριτη ενημέρωση για τις αυθόρμητες κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα.
Φυσικά καταχωρίζονται στο Indymedia και ακραίες εκφράσεις ή υπερβολές ή
και ανακριβείς πληροφορίες. Αλλά θα πρέπει να είναι κανείς απολύτως
άσχετος με το διαδίκτυο, αν δεν γνωρίζει ότι η ανωνυμία των σχολίων
ακόμα και στους πιο καθεστωτικούς και καθωσπρέπει ιστοτόπους συχνά
εκτρέπεται σε παρόμοιες ή και χειρότερες ακρότητες. Η κατηγορία δεν
μπορεί δηλαδή να στηριχτεί σε κάποιες αναρτήσεις του Indymedia που
περιλήφθηκαν στη δικογραφία. Ας μελετήσει κανείς τα σχόλια που
αναρτώνται, λ.χ., κάτω από άρθρα και ειδήσεις σε όλες τις δικτυακές
εκδόσεις των μεγάλων εφημερίδων. Σε μεγάλο ποσοστό πρόκειται για
χαρακτηριστικά παραδείγματα ρητορικής μίσους. Κανείς βέβαια δεν
διανοήθηκε να ασκήσει δίωξη κατά της ιδιοκτησίας ή της διεύθυνσης της
εφημερίδας που τα αναρτά και πολύ περισσότερο κανείς δεν υπέδειξε ως
υπεύθυνο τον φορέα που φιλοξενεί τον server της εκδοτικής επιχείρησης.
Αυτό που ενοχλεί στο Indymedia είναι ακριβώς ότι μέσα από την
αξιοποίηση της άμεσης πληροφόρησης που παρέχουν αυτόπτες μάρτυρες και
την εξίσου άμεση διασταύρωση (ή διάψευση) της είδησης ο εναλλακτικός
αυτός ιστότοπος έχει αναδειχθεί σε ένα έγκυρο Μέσο Ενημέρωσης. Η
δαιμονοποίησή του έχει σαφές πολιτικό πρόσημο. Εχει δίκιο να
περηφανεύεται ο τέως βουλευτής του ΛΑΟΣ Κυριάκος Βελόπουλος ότι ήταν
εκείνος που πρώτος ανέδειξε το ζήτημα σε επίπεδο Βουλής, τον Ιανουάριο
του 2009. Η τότε κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή υιοθέτησε τη στοχοποίηση του
Indymedia, κάτω από το βάρος της πολιτικής ευθύνης για τη δολοφονία του
Γρηγορόπουλου και για όσα επακολούθησαν.
Ενα διάστημα η υπόθεση Indymedia λησμονήθηκε, για να επανέλθει τους
τελευταίους μήνες, σε συνδυασμό με την έμπρακτη κατάργηση κάθε μορφής
πανεπιστημιακού ασύλου, ενός θεσμού ο οποίος δεν ταίριαζε στις
αυταρχικές προδιαγραφές του κράτους έκτακτης ανάγκης που έχει επιβάλει η
εφαρμογή των μνημονίων. Δεν είναι ασφαλώς άσχετη με την αυριανή δίκη η
επιδεικτική και απρόκλητη εισβολή των ειδικών δυνάμεων στο ΕΜΠ πριν από
δέκα μέρες (21.8.2013) και η προκλητική συμπεριφορά τους, ακόμη και
απέναντι στον σημερινό πρύτανη. Μπορεί η εισβολή να κατέληξε σε φιάσκο,
με την προσαγωγή τριών νόμιμων μεταναστών, δύο φοιτητών και του φύλακα,
αλλά ήταν αρκετή για να επιδεικνύονται ως τεκμήρια της «γιάφκας» από τα
κανάλια μια βαριοπούλα και πέντε κράνη μοτοσικλέτας.

