Η «Αυγή» παρουσίασε στις 14 Αυγούστου 2013 τις δηλώσεις του ακραίου μνημονιακού υπουργού Μ. Βαρβιτσιώτη, ο οποίος ανακοίνωσε -σε τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΪ- ότι επίκειται κατάργηση επιδοτούμενων ακτοπλοϊκών γραμμών λόγω υψηλού κόστους. Οι ακτοπλόοι, είπε, εννοώντας τους εφοπλιστές, έχουν προβλήματα. Όπως φαίνεται, τα έχουν διατυπώσει στην έκθεση XRTC (επιχειρηματικός ναυτιλιακός σύμβουλος), η οποία συστήνει σε επιβάτες και νησιώτες να περιορίσουν τις απαιτήσεις για συχνά δρομολόγια και ποιοτικές υπηρεσίες, έως ότου ξανασταθούν στα πόδια τους οι ακτοπλοϊκές εταιρείες (!) - βλέπε εφοπλιστές.
Ο πολιτικός μας χώρος αναφέρεται με υπερβάλλοντα ζήλο στις καταστροφές που υφίστανται ο λαός και η χώρα από τις μνημονιακές πολιτικές, ενώ ελάχιστα προβάλλει ή/και δημιουργεί εναλλακτικά υποδείγματα. Υπάρχει, με λίγα λόγια, κενό προγραμματικής εμβάθυνσης, η οποία μπορεί και να συγκεκριμενοποιήσει τον χαρακτήρα και το μέγεθος των συγκρούσεων που θα αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση και ως πιθανή κυβέρνηση.
Απ' αυτή την προβληματική ορμώμενη θα παρουσιάσω ένα πρότυπο παράδειγμα επίλυσης της θαλάσσιας συγκοινωνίας της νήσου Σκύρου, παράδειγμα που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια συνολική αντιμετώπιση της σύνδεσης των νησιών με τον ηπειρωτικό χώρο, μέσα από κινητοποίηση των τοπικών πληθυσμών και μια γενικότερη αναδιάταξη/αναμόρφωση -κεντρικά σχεδιασμένη- όλων των συντελεστών που εμπλέκονται στη σύνδεση.
Στην περιοχή της Σκύρου, ο εφοπλιστής καθόριζε τόσο τα δρομολόγια όσο και την τιμή του ναύλου, με αποτέλεσμα να μην εξυπηρετούνται οι κάτοικοι. Έτσι, το 1980 δημιουργήθηκε μια ναυτική εταιρεία με βάση τον νόμο 959/79 περί «ναυτικών εταιρειών», δηλαδή εταιρειών που δεν είναι ναυτιλιακές (συνήθως Α.Ε.) ή off shore. Πρόκειται για ένα είδος εταιρείας λαϊκής βάσης: όλες οι μετοχές είναι ονομαστικές και τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να έχουν μέχρι 2 % του εταιρικού κεφαλαίου, ενώ τα νομικά με έδρα την Εύβοια μέχρι 35%. Εν προκειμένω, ο δήμος Σκύρου συμμετείχε με 27%, η αντιπεριφέρεια με 6,6% και η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας με 3,3%. Χρησιμοποιήθηκε ο νόμος 959/79 επειδή δεν υπάρχει ειδικός για εταιρείες λαϊκής βάσης, παρ' ότι ο συγκεκριμένος έχει πολλά προβλήματα (π.χ. περιορισμό αντικειμένου) και θα πρέπει να τροποποιηθεί. Η εταιρεία συγκέντρωσε κεφάλαιο αρχικά από τους Σκυριανούς και εν συνεχεία υπήρξε κρατική επιχορήγηση που έλαβε τη μορφή μετοχών του δήμου (περίπου 20%).