Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Ομαδικές απολύσεις υπό το πρόσχημα της κινητικότητας

«Η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να επιτύχει ποσοτικούς στόχους, καταστρέφει τις δημόσιες υπηρεσίες παραβιάζοντας πλήθος θεμελιωδών αρχών, που είναι κατοχυρωμένες από το Σύνταγμα και την ισχύουσα νομοθεσία

Του Δημήτρη Περπατάρη από την ΕφΣυν

Η νέα φάση της διαθεσιμότητας δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τη συστηματική προσπάθεια της κυβέρνησης του Μνημονίου να επιβάλει τους αριθμητικούς στόχους των απολύσεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στόχους για τους οποίους έχει δεσμευτεί και μπροστά στους οποίους το Σύνταγμα, οι νόμοι και η ισχύουσα νομοθεσία πρέπει να παρα-βιαστούν. Αρχές όπως:

- H αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρα 2, 4 παρ. 1, 5, 20 παρ. 2, 25 και 26 του Συντ.) υπό την ειδικότερη έκφανση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου ή από το εκάστοτε προσβαλλόμενο ατομικό δικαίωμα (συρροή συνταγματικών θεμελίων). Σε κάθε περίπτωση όμως η αρχή αυτή αποτελεί και θεμελιώδη αρχή του Κοινοτικού Δικαίου. Πράγματι ο νομοθέτης, όταν ανατρέπει μια κατάσταση από την οποία απέρρεαν συγκεκριμένα δικαιώματα υπέρ συγκεκριμένων διοικουμένων, υποχρεούται εκ του Συντάγματος να προσπαθήσει να συμβιβάσει αφενός την ανάγκη προσαρμογής της κατάστασης αυτής στις κοινωνικές εξελίξεις, αφετέρου την ανάγκη αποφυγής αιφνιδιασμού και μη ανατροπής παγιωμένων καταστάσεων. Αντίστοιχη υποχρέωση απορρέει κατά συνέπεια και για τη δικαστική εξουσία κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας αυτού του κανόνα δικαίου.

- Ειδικότερα η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης εφαρμόζεται έναντι του νομοθέτη με δύο μορφές, είτε με το εάν από την παραπάνω αρχή απαγορεύεται κατά γενικό τρόπο η αναδρομικότητα των δυσμενέστερων νόμων, είτε με το εάν εμποδίζει η επενέργεια των εκ του χρόνου της δημοσίευσης ισχυόντων νόμων έννομες συνέπειες και καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί υπό το κράτος του προϊσχύοντος δικαίου. Η παραπάνω αρχή θεμελιώνεται στην αρχή του κοινωνικού κράτους και στην ανάγκη σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων έναντι του διοικούμενου. Οπως επισημαίνεται σε αρκετές δικαστικές αποφάσεις, «αν και ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να ρυθμίζει υφιστάμενες περιουσιακές σχέσεις, έστω και αν προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα συμβαλλομένων, για να είναι συνταγματικά ανεκτή μια τέτοια επέμβαση θα πρέπει να είναι εύλογη και ανάλογη προς τον σκοπό επιβολής της, να μην αντιστρατεύεται εμφανώς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συμβαλλομένων στη σταθερότητα των εννόμων σχέσεών τους και να ανταποκρίνεται σε αποχρώντες λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος» (ΟλΑΠ 4/1998, ΟλΣτΕ 2/1995, 2193/82). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί με την υπ’ αριθμ. 9/2008 ΑΠ «Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου, αποβλέπει να διασφαλίσει τον πολίτη από την απρόβλεπτη μεταβολή καταστάσεων και εννόμων σχέσεων που διέπει το Κοινοτικό Δίκαιο. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και στο εσωτερικό Δίκαιο καθόσον αφορά το ύψος των αποδοχών των εργαζομένων, οι οποίοι δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες ότι αυτές δεν θα μειωθούν αδικαιολόγητα στο μέλλον».

- Επιπλέον, μια από τις πιο σημαντικές αρχές που διέπλασε η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι η αρχή της «χρηστής» διοίκησης ή «αγαθής» διοίκησης ή της «καλής» διοίκησης ή της «χρηστής και εύρυθμης» διοίκησης ή των «χρηστών διοικητικών ηθών». Η εξειδίκευση του περιεχομένου της έννοιας της αρχής της χρηστής διοίκησης από τη νομολογία γίνεται με τρόπο αρνητικό παρά θετικό. Δηλαδή ορίζεται τι δεν πρέπει να κάνει η διοίκηση, η οποία οφείλει να μην αιφνιδιάζει και να μη διαταράσσει και ταλαιπωρεί χωρίς λόγο και μάλιστα να εξαπατά τον καλόπιστο διοικούμενο. Η χρηστή διοίκηση οφείλει αντίθετα, και όταν ακόμη δρα κατά διακριτική ευχέρεια (προπάντων τότε), να διαφυλάττει τα έννομα συμφέροντα του ιδιώτη και να τον διευκολύνει στην άσκηση των δικαιωμάτων του.

Επιπρόσθετα, όταν τα κεκτημένα δικαιώματα που θίγονται αφορούν εργασιακά ή κοινωνικο-ασφαλιστικά δικαιώματα, διευρύνεται η συνταγματική νομιμοποιητική βάση της αρχής της εμπιστοσύνης και οι ρυθμίσεις που αντιτίθενται σε αυτήν πολύ πιο δύσκολα δικαιολογούνται.

- Οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας εφαρμόζονται επίσης στην υπηρεσιακή εξέλιξη και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων. Κατά την ορθότερη άποψη, οι εν λόγω αρχές θεμελιώνονται ερμηνευτικά στον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 (αρχή ισότητας) και 5 παρ. 1 Συντ. (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας) σε συνδυασμό με τη δημοκρατική αρχή (ιδίως άρθρο 1 παρ. 2 και 3 Συντ.) και την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.). Τη συνταγματική κατοχύρωση της αρχής της αξιοκρατίας αναγνωρίζει εξάλλου και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σύμφωνα με αυτή: «Η αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων» (ΣτΕ 1236/2003, ΤοΣ, τ. 2003. 339). Εν προκειμένω, η θέση σε διαθεσιμότητα έγινε βάσει των τυχαίων αριθμητικών κριτηρίων της υποπαραγράφου Ζ.4 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012.

Επιπλέον, ουδείς αποχρών λόγος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος μπορεί να δικαιολογήσει την εν λόγω παραβίαση των ανωτέρω αρχών. Εξάλλου, ούτε ο τρόπος πρόσληψης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μπορεί να θεωρηθεί ότι «συμβαδίζει» με τις ανωτέρω αρχές, καθώς δεν αποτελεί ασφαλές στοιχείο αξιολόγησης των υπαλλήλων βάσει των ικανοτήτων και προσόντων τους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, με βάση τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και αμεροληψίας, η απουσία οιασδήποτε αξιολόγησης, για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα αναγόμενο στην υπηρεσιακή κατάσταση, όπως είναι η θέση σε διαθεσιμότητα, με δραματικές συνέπειες για την προσωπική, οικονομική και επαγγελματική τους ζωή, συνιστά δε το προστάδιο της απόλυσης.

- Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, επί της οποίας εδράζεται και η αρχή της αναλογικότητας και αξιοκρατίας εν σχέσει με τους υπολοίπους υπαλλήλους της υπηρεσίας, αφού δεν υπήρξε συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων αυτών. Υπό την έννοια αυτή και με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει, από το νομοθετικό καθεστώς δεν έχουν ληφθεί υπόψη σε καμία περίπτωση αντικειμενικά κριτήρια για την προωθούμενη κατάργηση, αφού δεν υπάρχει καμία μελέτη ή αξιολόγηση ότι οι υπό αποχώρηση υπάλληλοι «δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φορέων στους οποίους ανήκουν οργανικά».

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος «1. Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 5. Οι Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται η νομική ισότητα των Ελλήνων πολιτών, η οποία νοείται αφενός ως ισότητα όλων των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου και αφετέρου ως ισότητα των ρυθμίσεων και του περιεχομένου του νόμου προς το σύνολο των Ελλήνων πολιτών. Η αρχή αυτή δεσμεύει τόσο τον νομοθέτη όσο και τη διοίκηση, ώστε να διασφαλίζεται η ισότητα όχι μόνο των πολιτών ενώπιον του νόμου, αλλά και του νόμου ενώπιον των πολιτών.

- Τέλος, ως συνεισφορά των Ελλήνων πολιτών κατά την παρ. 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος εννοούνται οι κάθε λογής και με διάφορες ονομασίες φόροι, τέλη, δασμοί, εισφορές κ.λπ., τακτικοί ή έκτακτοι ή και «εφάπαξ», που αποτελούν αναγκαστικές παροχές μονομερώς των φορολογουμένων προς το κράτος, χωρίς ειδική αντιπαροχή από μέρους του και χωρίς να έχουν τον χαρακτήρα της χρηματικής ποινής. Γενικότερα η υποχρέωση της «χωρίς διακρίσεις» συνεισφοράς των πολιτών πρέπει να εννοηθεί, όπως και στη γενική αρχή της ισότητας, ότι αποκλείει τις αυθαίρετες και αδικαιολόγητες, από υποστηρίξιμους λόγους γενικότερης κοινωνικής ή και οικονομικής σκοπιμότητας, νομοθετικές διακρίσεις, είτε στην επιβάρυνση είτε στην απαλλαγή.

Από όλες τις παραπάνω αρχές γίνεται προφανές ότι μιλάμε για αδιάκριτες οριζόντιες ομαδικές απολύσεις μόνο και μόνο για να εκπληρωθούν οι ποσοτικοί στόχοι απορφάνισης της Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης. Είναι όμως ακόμη πιο προφανές ότι για τον λόγο αυτό πρέπει να συναντήσουν την καθολική αντίσταση των εργαζομένων και των συλλογικών φορέων τους, αντίσταση που δεν αφορά μόνο τις θέσεις απασχόλησης αλλά το ίδιο το παρόν και μέλλον στοιχειώδους λειτουργίας της Δημόσιας Υπηρεσίας.

…………………………………………………………………………………………………………………

* Δικηγόρος στον Αρειο Πάγο, εργατολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου