Όταν έσβησαν τα φώτα της Ολυμπιάδας του 2004, ήταν διάχυτη η ευφορία για την επιτυχία των αγώνων, για την ασφαλή διεξαγωγή τους και τη διεθνή προβολή της πόλης. Ο κυρίαρχος λόγος των κυβερνητικών ανακοινώσεων, της Οργανωτικής Επιτροπής και των μέσων ενημέρωσης ήταν διθυραμβικός: η Αθήνα και οι πολίτες της έβαλαν τα δυνατά τους και κέρδισαν το στοίχημα της «Νέας Μεγάλης Ιδέας».
Ήταν όντως καλοκαίρι πανηγυρισμών. Είχαμε πάρει το Euro στην Πορτογαλία, το ΑΕΠ έτρεχε με αλματώδεις ρυθμούς μεγέθυνσης, η Αθήνα ήταν καθαρή, με καινούργια κτήρια και υποδομές, είχαμε «μπει με το σπαθί μας» στην ΟΝΕ, όπως καυχιόταν ο Κ. Σημίτης. Όλα ήταν τέλεια εκείνον τον Αύγουστο, 10 χρόνια πριν, και γρήγορα ξεχάστηκαν τα σκάνδαλα του ντόπινγκ για τους αθλητές μας, οι υπέρογκες υπερβάσεις και οι φωτογραφικές αναθέσεις των έργων, οι θάνατοι των εργατών στα γιαπιά, η αστυνομοκρατία, ο χωρισμός της Αθήνας σε εντός και εκτός Ολυμπιακού Δακτυλίου, οι κάμερες, το ζέπελιν και τόσα άλλα.
Μόνο κάποιοι «μίζεροι», κυρίως από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, τον ΣΥΝ και τα κινήματα ενάντια στην Ολυμπιάδα διαφωνούσαν. Τόνιζαν ότι ο σχεδιασμός για τους αγώνες δεν αντιμετώπιζε κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα της καθημερινότητας στις γειτονιές της πόλης ούτε τα διάσπαρτα, ημιτελή στάδια στην επαρχία μπορούσαν να συμβάλουν στην περιφερειακή ανάπτυξη.
Αντιθέτως, το τεράστιο άμεσο οικονομικό κόστος και το ακόμη μεγαλύτερο έμμεσο κόστος χαμένων ευκαιριών λόγω των ολυμπιακών προτεραιοτήτων θα ήταν δυσβάστακτα τα επόμενα χρόνια, κάτι που είχαν έγκαιρα προβλέψει ο πρόωρα χαμένος Μιχάλης Παπαγιαννάκης και άλλοι αριστεροί με κείμενα στην Αυγή και την Εποχή. Φωνάζαμε από τότε ότι η κληρονομιά των ολυμπιακών ρυθμίσεων του χώρου θα είναι αρνητική παρακαταθήκη για τα επόμενα χρόνια. Αλλά τότε η λάμψη της γιορτής κάλυπτε τα πάντα.