Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Μνήμη Μακρονήσου

2 κείμενα και μια γελοιογραφία …..
αντί για σχόλιο στην επιδεικτική μαζική επίσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ
στη Μακρόνησο , που αποτύπωσαν και με φωτογραφίες ενσταντανέ 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή,5/9/2003

ΜΝΗΜΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ

της Ελένης Πορτάλιου

Η πνευματική διάσταση του ιστορικού υλισμού συνίσταται στη μνήμη των βασάνων της ανθρωπότητας και όχι στην επαγγελία ενός λαμπρού μέλλοντος, στην εκδίκηση και όχι στην εσχατολογία.

Αυτά γράφει ο Γ. Φαράκλας στο κείμενό του στον Πολίτη με τίτλο «Η Επανάσταση ως Εκδίκηση» που αποτελεί παρουσίαση και σχολιασμό του τελευταίου κειμένου του Βάλτερ Μπένγιαμιν «Για την Έννοια της Ιστορίας» .
Η επανάσταση ως πρόταγμα κάθε παρούσας γενιάς είναι στραμένη στην εικόνα των σκλαβωμένων προγόνων είναι η ευθύνη έναντι των ταπεινωμένων του παρελθόντος, στη λύτρωση των οποίων αποσκοπεί. Με τα λόγια του δικού μας ποιητή Ο. Ελύτη, που το «Άξιον Εστί» του ακούστηκε στις τριήμερες εκδηλώσεις της Μακρονήσου από τη μαγνητοφωνημένη φωνή του Μακρονησιώτη Μάνου Κατράκη, η επανάσταση θ’ αποσκοπούσε να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση.

Ο άγγελος της ιστορίας έχει το πρόσωπο στραμένο στο παρελθόν. Ο άγγελος θα ήθελε να σταθεί, ν’ αναστήσει τους νεκρούς και να επανενώσει τα συντρίμμια αλλά η καταιγίδα της προόδου τον σπρώχνει ασυγκράτητα στο μέλλον.
Η άρνηση του μέλλοντος που ονομάζουν πρόοδο και η κατάφαση σ’ ένα κόσμο ειρήνης, δικαιοσύνης, ελευθερίας και αξιοπρέπειας ριζώνουν στα έργα των προγόνων μας : αυτά που η σκαπάνη των ίδιων και της αριστεράς ανέσυρε και αποκατέστησε, μελετώντας την ιστορία και ενεργοποιώντας ζωντανές ατομικές και συλλογικές μνήμες και αυτά που παραμένουν ακόμα στο υπέδαφος της ιστορίας και του συλλογικού ασυνείδητου, περιμένοντας να λυτρωθούν και να διαυγάσουν το παρόν μας.

Τα είδα όλα στη Χιροσίμα
Δεν είδες τίποτα στη Χιροσίμα
Τ’ όνομά μου είναι Χιροσίμα
Τ’ όνομά σου είναι Νεβέρ

Υπάρχειενδεχομένωςμιά παραλληλία με τη Μακρόνησο στην ταινία του Αλαίν Ρενέ γιά τη Χιροσίμα σε κείμενα της Μαργκερίτ Ντιράςμιά ταινία πάνω στην ατομική και συλλογική μνήμηΣτα συντρίμμια που άφησε η τερατωδία της ατομικής βόμβας πάνω στους ανθρώπους και τους τόπους κι ενώ η φρίκη συλλέγεται – αν μπορεί να συλλεχθεί - σε κείμενα, ταινίες, μουσική, μουσεία, διαδηλώσεις, ομιλίες, χωρίς να μπορεί παρ’ όλ’ αυτά να σκουπιστεί όπως και η θανατηφόρα σκόνη από τα σώματα και τις ψυχές των επιζώντων, ένας άνδρας και μιά γυναίκα καταφέρνουν να δουν τη Χιροσίμα με οδηγό τη μνήμη της εσωτερικής τους πληγής.
Στη Μακρόνησο ήρθαν πολλοί, πάρα πολλοί άνδρες και γυναίκες οι επιζώντες, τα παιδιά τους, τα παιδιά των παιδιών τους και οι γενιές των αριστερών που ακολούθησαν τη γενιά της Ρωμιοσύνης. Άλλοι έμειναν πίσω γιατί ο τόπος δεν τους χωρά ή γιατί η πολιτική τύρβη αυτής της δημοσιότητας εξανεμίζει τα δάκρυα και τα όνειρά τους.
Σε κάθε περίπτωση η μνήμη, άσβηστος κρατήρας ηφαιστειακών προσωπικών και συλλογικών κόσμων, ενεδρεύει στα χαλάσματα της Μακρονήσου, στη χαράδρα, τις σκηνές και τους κλωβούς, στις ξερές πέτρες και το αίμα των συντρόφων που έγιναν το άλας του κόσμου και της ψυχής της αριστεράς εδώ στον τόπο του μαρτυρίου τους.
Σ’ αυτά τα ίδια χαλάσματα μέσα από το σημερινό πλήθος ανέβλυσε η βαθιά οικειότητα που γεννά η κοινή αριστερή μας παράδοση και εκδηλώνεται με τη σιωπή – ύστερα με το τραγούδι.
Ο Μίκης Θεοδωράκηςο Γιάννης Ρίτσοςο Τάσος Λειβαδίτης είναι οι Όμηροι της αριστεράς. Οι ήχοι τους είναι τόσο δικοί μας όσο το κροτάλισμα του όπλου, η αγρύπνια των μελλοθάνατων, οι λυγμοί των γυναικών, το τρίξιμο από τα δόντια των ανδρών, η βοή των διαδηλωτών, ο αχός της ανυπότακτης πολιτείας, οι ψίθυροι μιας ανείπωτης τρυφερότητας που πονά και σταλάζει τον γρανίτη του άλλου κόσμου.
Ο κόσμος του Ρίτσου είναι το απόσταγμα του ελάχιστου που παραπέμπει στο μέγιστοο κόσμος του Θεοδωράκη είναι επικόςμια κατακλυσμική λαϊκή συγχορδία.
Ο κόσμος της αριστεράς, η υπαρξιακή της συνθήκη, το σκληρό κουκούτσι της παράδοσής της είναι η Μαρία στην Αγρύπνια του Ρίτσου.

Η Μαρία είχε μάθει
όπως κι εμείς πώς ο ουρανός αρχίζει απ’ το ψωμί,
γι’ αυτόλίγο προτού πεθάνει,
έδεσε τα χοντρά της χέρια στην καρδιά της
κοίταξε απ’ τη μεριά που βγαίνει ο ήλιος
κι είπε :
«αν είναι να χορτάσει ο κόσμος το ψωμάκι
έτσι που δεν το χόρτασα ποτές μου εγώ
ας πάω κι εγώ –
μονάχα να χορτάσει ο κόσμος το ψωμάκι»

΄Όσοι ήρθαν στη Μακρόνησο για πρώτη φορά έχουν, όπως ο άνδρας και η γυναίκα στη Χιροσίμα, μια κρυφή πληγή ή ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι για να μπορούν να θυμούνται και να μάθουν την αλήθεια. Τα είδες όλα στη Μακρόνησο ή σχεδόν όλα. Αλλά πότε θ’ ανάψουν όλες μαζί οι μνήμες για να φανεί το έναστρο στερέωμα της αριστεράς, όπως έγινε φευγαλέα στις τριήμερες εκδηλώσεις; Πότε η ιστορία εμβαπτισμένη στα μνημονικά ίχνη των Μακρονησιωτών, θ’ απαλλαγεί από την αντίληψη της συνεχούς ανέλιξης και θα φωτίσει το σκοτεινό πρόσωπο των Νέων Παρθενώνων, πότε το παρόν θα λυτρώσει το παρελθόν;

Μέσα σε τρεις δεκαετίες η σοσιαλδημοκρατία κατόρθωσε να σβήσει σχεδόν το όνομα ενός Μπλανκί , πού το άκουσμά του συνέγειρε τον περασμένο αιώνα. Προτιμούσε ν’ αναθέτει στην εργατική τάξη το ρόλο λυτρωτή των επερχόμενων γενεών. Έτσι απονεύρωνε τις μεγαλύτερες δυνάμεις της. Μ’ αυτή τη διαπαιδαγώγηση η τάξη ξέμαθε τόσο να μισεί όσο και να θυσιάζεται γιατί και τα δύο τροφοδοτούνται από την εικόνα των σκλαβωμένων προγόνων, όχι από το ιδεώδες των απελευθερωμένων εγγονών.
(Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την Έννοια της Ιστορίας)

Καρφωμένες, λοιπόν, οι λέξεις μας στο παρελθόν, σαν πρόκες να μην τις παίρνει ο άνεμος.
Γιατί η αναγωγή της ύπαρξής μας αποκλειστικά στις επόμενες γενιές και το μέλλον, παθολογία που χαρακτηρίζει και την αριστερά, συνδράμει στην αμνησία τόσο των εθνών όσο και των καταπιεσμένων.

Μιλώντας για τη Μακρόνησο στο κείμενό του «Η μνήμη της ιστορίας και η αμνησία των εθνών» ο Μακρονησιώτης ιστορικός Φίλιππος Ηλιού γράφει : Δεν αρέσει φαίνεται στα έθνη να θυμούνται την πραγματική ιστορία τους. Ιδίως, όταν η ιστορία αυτή αναδεικνύει πλευρές οδυνηρές και δυσάρεστες, για τις οποίες, με το πέρασμα του χρόνου κανείς δεν αισθάνεται άνετα και περήφανος... Το ζητούμενο είναι, πάντα, η εθνική συνοχή, υπό τη σκέπη της εκάστοτε δεσπόζουσας ιδεολογίας...Τυπική μορφή ενσωμάτωσης, δια της αποσιώπησης, είναι η θετική προβολή της Μακρονήσου όταν αυτή συνοδεύεται από την αποσιώπηση της πολιτικής ταυτότητας των Μακρονησιωτών. Οι πολίτες, οι στρατιώτες που θήτευαν στη Μακρόνησο δεν ήταν αφηρημένα όντα, ιδεατοί ήρωες, που αντιστέκονταν στη βία εν ονόματι αφηρημένων αρχών: ήταν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, Έλληνες κομμουνιστές.

Γι’ αυτό, άλλωστε, το κοινό, τουλάχιστον την Κυριακή που βρέθηκε στη Μακρόνησο και η γράφουσα, έφτασε στο απόγειο της συγκίνησης κατά την ανάγνωση του ποιήματος γιά τον σύντροφο κομμουνιστή.
Η Μακρόνησος δεν ήταν ένας συνηθισμένος τόπος εξορίας. Ήταν το κολαστήριο για τους κομμουνιστές και τους άλλους ανυπότακτους, υπό τη διοίκηση Άγγλου διοικητή, στο οποίο με θηριώδη βασανιστήρια και φυσική εξόντωση επιχειρήθηκε η αναμόρφωση τους.

Περάσαμε πολύν καιρό στο Μακρονήσι
κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,
πολλοί αφήσανε κει πέρα τα κόκκαλά τους
πολλοί αφήσανε τα πόδια τους και τα χέρια τους
πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια
πολλοί δεν περπατάνε καθόλου
πολλοί φωνάζουν τη νύχτα στον ύπνο τους
πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά
πολλοί δεν μπορούν πια να δουν
πως σεργιανάει ένα σύγνεφο την τριανταφυλλιά θλίψη του στην
ευγένεια των βραδινών νερών
πολλοί δεν μπορούνε πια να καταλάβουν τη φωνή της μάνας τους

Μια νέα κοπέλα πριν αρχίσει η συναυλία καθόταν στα χαλάσματα με λίγες ασπρόμαυρες φωτογραφίες κι αντιπαρέβαλε το τότε με το τώρα. Τι μπορεί ν’ αναγνωρίσει μετά τις λεηλασίες των δεσμοφυλάκων και τις σημερινές αυθαιρεσίες των καταπατητών; Μολαταύτα ο τόπος παραμένει δραματικά υποβλητικός, τρομακτικός, μια βαθιά πληγή, μια πόρτα ορθάνοιχτη στην καρδιά μας για να διαβεί η λύτρωση.
Οι πολλαπλές ιστορίες της Μακρονήσου δεν έχουν ακόμα γραφτεί και η αμνησία παραμονεύει στην κατάρρευση του τόπου που είναι η κινητήρια ενέργεια των αναμνήσεων.
Το καψόνι της ορθοστασίας.Από σχέδιο του 1950.Γιώργος Φαρσακίδης, από το λεύκωμα ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Ο 86χρονος Α. Ανδρεόπουλος θυμάται τις μέρες της εξορίας στη Μακρόνησο

«Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί» έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης και δεν πρέπει να υπάρχει φράση που να «αγγίζει» καλύτερα τη συλλογική μνήμη για τα πάμπολλα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στην Ελλάδα τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα. Από τα πιο επώδυνα, τα γεγονότα της Μακρονήσου με τα βασανιστήρια και τον εγκλεισμό χιλιάδων κομμουνιστών και αριστερών στο νησί, που γνώρισαν το μένος και το ασχημότερο σε όψη πρόσωπο της Δεξιάς. Έστω και αν σ' αυτό το πρόσωπο κάποιοι όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας την περίοδο 1975-1980, είδαν τη «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού».

Σήμερα το νησί, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας που πήραν η «Αυγή», η «Εποχή» και το περιοδικό «Σπούτνικ», πρόκειται να επισκεφθούν περισσότεροι από 2.200 άνθρωποι ώστε να γνωρίσουν από κοντά την Ιστορία και τον τόπο για τον οποίο έχουν διαβάσει και ακούσει τόσα πολλά. Ανάμεσα στους χιλιάδες που θα πάρουν τα καραβάκια του Λαυρίου θα είναι και ο 86χρονος Α. Ανδρεόπουλος, που είχε υπάρξει εξόριστος στο νησί.

Τι κι αν τα χρόνια πέρασαν, τι κι αν οι πληγές της ιστορίας ακόμη δεν έχουν επουλωθεί, τι κι αν χρειάστηκε να έρθει από τα μέρη του στην Αχαία, θα είναι παρών. Αν και θύμα επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος, για να θυμηθεί και ο ίδιος. Αν και ποτέ δεν ξέχασε. Το αντιληφθήκαμε μιλώντας μαζί του για εκείνες τις δύσκολες μέρες.

"Ξύλο, φωνές, βιασύνες"

«Οι μέρες κυλούσαν με τον χειρότερο τρόπο. Με ξύλο, φωνές, βιασύνες. Όταν πήγα ήταν Σεπτέμβριος του 1949 και ήμουν 19 χρονών, φαντάρος». Η πρώτη εικόνα που του έρχεται στο μυαλό είναι εκείνη ενός βαριά χτυπημένου ανθρώπου. «Βρομούσε σαν πτώμα.. Παρ’ όλα αυτά, κάθε τόσο τον έδερναν πάλι...». Ακολουθεί ένας βαριαστεναγμός και μία ακόμη επώδυνη εμπειρία.

Τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Οκτωβρίου γίνεται μεταγωγή σε μερικές χιλιάδες εξόριστους από το 4ο Τάγμα Χωροφυλακής που βρισκόταν προς το μέρος της Εύβοιας. «Αφού πρώτα τους κρατούσαν έτσι κάποιες μέρες, μετά τους ζητούσαν να υπογράψουν δήλωση». «Κανένας δεν υπέγραφε φυσικά μετά από τόσα χρόνια φυλακή και τόσα χρόνια στους αγώνες. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε...».

Στη συνέχεια οι εξόριστοι του 4ου Τάγματος μεταφέρονταν κατά ομάδες στο Α' ΕΤΟ (πρώτο Ειδικό Τάγμα Οπλιτών, όπου γίνονταν τα σκληρότερα βασανιστήρια). «Τους κατεύθυναν στη χαράδρα επάνω. Όσο πήγαιναν προς τα εκεί, οι αλφαμίτες που ήταν από εδώ και από εκεί τους έδερναν περισσότερο. Όσο πηγαίναν πιο πάνω τόσο πιο πολύ ξύλο έπεφτε. Τους κρατούσαν και τους βασάνιζαν μια μέρα, δυο μέρες, οπότε... αρκετοί δεν άντεχαν και υπέγραφαν σ' ένα πρόχειρο χαρτί τη δήλωση».

"Τα χέρια έξω απ’ τις σκηνές"

Πολλοί όμως από όσους υπέγραφαν μετάνιωναν. «Το θεωρούσαν τόσο προδοτικό που αυτοκτονούσαν. Έκοβαν τις φλέβες τους. Οι υπόλοιποι πηγαίναμε να προσέχουμε όσους ξέραμε ότι μπορεί να κάνουν το ίδιο. Δεν ενδιέφερε τον Βασιλόπουλο και τον Ιωαννίδη αν πηγαίναμε». «Τους υποχρεώναμε να έχουν τα χέρια τους έξω από τη σκηνή. Συχνά βέβαια βρίσκαμε λίμνες αίματος, οι απόπειρες αυτοκτονίας ήταν πάρα πολλές».

Σύμφωνα με όσα αναφέρουν ιστορικές πηγές, ο Αντώνης Βασιλόπουλος πραγματοποιούσε φρικτά μαρτύρια στους εξορίστους στις χαράδρες του νησιού και τα γραφεία του Α2. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές του στιγμές ήταν στη σφαγή του Α' ΕΤΟ όπου τον είδαν να ρίχνει με αυτόματο στους κρατούμενους στο ψαχνό. Αργότερα όταν ρωτήθηκε, απόρησε «Χύθηκε αίμα;». Όσο για τον γνωστό σε όλους δικτάτορα Ιωαννίδη, υπάρχουν αναφορές για σεξουαλικά βασανιστήρια και ότι μετά το μακελειό του Α' ΕΤΟ το 1948 έμπαινε στις σκηνές με τους τραυματίες και διέταζε τους κρατούμενους που τους φρόντιζαν: «Σκύψε, κομμούνα, να δεις, τα τίναξαν οι πουτάνες».

"Δεν με άλλαξαν"

Ο Α. Ανδρεόπουλος αποφάσισε μετά από κάποιες μέρες εξορίας να υπογράψει δήλωση.«Μετά από δύο εβδομάδες περίπου. Το έβλεπα μάταιο.. Δεν ήθελα να πάθω ό,τι συνέβη σ' εκείνο τον άνθρωπο που αντικρίσαμε πρώτα.» Όπως λέει στη συνέχεια μια δήλωση φρονημάτων δεν θα μπορούσε να τον αλλάξει. «Φεύγοντας από την Μακρόνησο πάλι ανακατεύτηκα, πάλι είχα προβλήματα». Πάντως παρά τη δήλωσή παρέμεινε για άλλους 4 μήνες στο νησί ώς... πολίτης, χωρίς όμως άλλα σκληρά βασανιστήρια.

Από την παραμονή του στο νησί αυτούς τους μήνες θυμάται να νιώθει τότε μίσος αλλά και θλίψη. «Τι να σου πω, παιδί μου. Υπήρχε μίσος, το νιώθαμε δυστυχώς. Ένιωθα και άσχημα που είχα υπογράψει, ήθελα αν μπορούσα να μην αφήσω κανέναν πίσω...».


Μεγαλώνοντας, λέει, στο μυαλό του είχε ένα μεγάλο «γιατί;». Ένα γιατί που ξεκινούσε από τη Βάρκιζα και την παράδοση των όπλων και έφτανε μέχρι τα βασανιστήρια της Μακρονήσου και μετά αφορούσε άλλα γεγονότα και τη στάση της Αριστεράς. Ένα γιατί για το οποίο λέει πως νομίζει πως έχει πια απάντηση, αλλά δεν θέλει να την μοιραστεί. Ίσως γιατί κι αυτή η απάντηση πονάει. Άλλωστε η φράση του Σεφέρη δεν θα μπορούσε να αφορά μόνο μεγάλα γεγονότα αλλά και κάθε πρόσωπο που τα έζησε, την κάθε ιστορία που μπορεί να κουβαλά, τα ερωτήματα και τις απαντήσεις του. Ο Σεφέρης περιγράφει εύστοχα όσα κανείς ειδικά στις μέρες του θα ένιωθε κοιτάζοντας πίσω. Από την άλλη, μόνο αν τα κοιτάζεις, δεν θα ξαναπονέσεις.

1 σχόλιο: