Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Λίγες σκέψεις πάνω στο άρθρο του καθηγητή Στάθη Ν. Καλύβα για τα 50 χρόνια από τη χούντα, στην Καθημερινή, που τάραξε τα social media - Πόσο «άνθισαν» οι Τέχνες επί δικτατορίας και γιατί η νεολαία προσέγγισε «μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης»;

Πηγή

Πριν λίγες μέρες (18/6/2017) δημοσιεύτηκε στο kathimerini.gr άρθρο του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale Στάθη Ν. Καλύβα υπό τον τίτλο «Μια παράδοξη κληρονομιά». Το άρθρο του καθηγητή Καλύβα ξεκινούσε ως εξής: 
«Η​​ επέτειος πενήντα χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου προσφέρεται ως ευκαιρία για αναστοχασμό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η σημερινή πραγματικότητα είναι σε κάποιο, μάλλον όχι ασήμαντο, βαθμό προϊόν και της δικτατορίας. Ποιες όμως ήταν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της για τη χώρα μας; Σε τι θα διέφερε η Ελλάδα σήμερα εάν δεν είχε γίνει το πραξικόπημα τότε; Τι ακριβώς μας κληροδότησε; Τι κουβαλάμε πάνω μας απ’ αυτό το ιστορικό παρελθόν; Πρόκειται προφανώς για δύσκολα και μάλλον αναπάντητα ερωτήματα, που δεν μπορούμε όμως και δεν πρέπει να αποφεύγουμε».
Όντως τα ερωτήματα αυτά είναι δύσκολα και δεν μπορεί να απαντηθούν χωρίς κάποιες μικρές ή και μεγαλύτερες αυθαιρεσίες. Ίσως, μάλιστα, δεν έχει και νόημα πια ν’ απαντηθούν, καθότι τα χρόνια έχουν περάσει –μισός αιώνας είναι αυτός– και λίγοι πλέον ενδιαφέρονται, στις μέρες μας, για την πρακτική ουσία τέτοιων «αγωνιών».
Αν υπάρχει, τώρα, ένα βασικό πρόβλημα στο άρθρο του καθηγητή Καλύβα αυτό έχει να κάνει με το γεγονός πως είναι γραμμένο από την υπερατλαντική και ακροκεντρώα μεριά. Και εξηγούμαι…
Ο Καλύβας αγνοεί παντελώς (θέλει ν’ αγνοεί δηλαδή) το γεγονός πως το στελεχικό φάσμα της χούντας περιελάμβανε και μια τρανή εγκληματική «περιοχή», την οποίαν αποτελούσαν απομεινάρια των Χιτών και των δοσιλόγων της Γερμανικής Κατοχής και των στηριγμένων από την Αμερική «νικητών» τού Εμφυλίου, καθώς και της επακόλουθης αντικομμουνιστικής υστερίας, της βίας και της τρομοκρατίας τής πρώτης περιόδου του Καραμανλή (Οκτώβριος ’55 – Ιούνιος ’63). Ήταν, δηλαδή, ένα καθεστώς ακραίο και δολοφονικά «μακαρθικό», που στόχο είχε την πλήρη πάταξη των ηττημένων στον Εμφύλιο – όσων ακόμη, τέλος πάντων, διανοούνταν να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και δεν είχαν καταφύγει, κυνηγημένοι, στις χώρες του λεγόμενου «παραπετάσματος».
Η χούντα ήταν, με άλλα λόγια, ο εξτρεμιστικός αντικομμουνισμός (υπήρχε και ο «επιστημονικός» φυσικά τού Γεωργαλά), τα βασανιστήρια, οι φυλακίσεις, τα εγκλήματα και οι διώξεις, όλων εκείνων –μερικών δεκάδων χιλιάδων τέλος πάντων– που δεν υπέκυψαν στην άνωθεν τρομοκρατία και που επιχείρησαν εντός των συνόρων (μα και στο εξωτερικό) την ανατροπή ενός σφόδρα αντιδημοκρατικού καθεστώτος με δράσεις άλλοτε χαμηλού και άλλοτε υψηλότερου κοινωνικού προφίλ. Γιατί όλοι οι υπόλοιποι, όπως είχε πει ευφυώς κάποτε και ο Τάσος Φαληρέας, είχαν απλά αντικαταστήσει το βουλευτή με το λοχαγό.

Για τον καθηγητή Καλύβα όλα αυτά είναι ως μη γενόμενα. Η ιστορία της Αριστεράς είναι πλέον ενοχλητική έστω και δια της απλής αναφοράς τής ονομασίας της (κομμουνιστικής ή άλλης), καθώς κάθε αποσιώπηση των αγώνων της –έχουμε ξεφύγει πλέον από το καθεστώς της «διαστρέβλωσης» και της «κατασυκοφάντησης»– πηγαίνει παράλληλα με τον ακροκεντρώο μηδενισμό της. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα τού κειμένου τού ορκισμένου υπερατλαντιστή καθηγητή Καλύβα και αυτό δεν κρύβεται. 

Από 'κει και κάτω μπαίνουν και ορισμένα άλλα ζητήματα, τα οποία χρήζουν σχολιασμού. Εγώ δεν θ' ασχοληθώ, εδώ, με το «οικονομικό θαύμα» της δικτατορίας (δεν υπάρχει, φυσικά, τέτοιο πράγμα – απλώς η χούντα εκμεταλλεύτηκε, όσο μπορούσε, την παγκόσμια «καλή εποχή» πριν την πρώτη πετρελαϊκή κρίση για να εμφανίσει «έργο»), ούτε με τα τσιτάτα του στυλ «δίχως τον Απρίλιο του '67 δεν θα είχε υπάρξει ο Ιούλιος του '74» (που τα χαρακτηρίζω ως επικινδύνως απλοϊκά), αλλά μ' εκείνο που γράφει κάποια στιγμή ο Καλύβας πως... «παρά τις αυταρχικές πρακτικές του καθεστώτος, πολλές τέχνες άνθησαν και η νεολαία προσέγγισε μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης, κατανάλωσης και ζωής». Μία πρόταση που σήκωσε τις περισσότερες, ίσως, αντιδράσεις στα social media και που, προσωπικώς, έτσι αποκομμένη από τα «πριν» και τα «μετά» της, τη βρίσκω σωστή μέσα στην εσκεμμένη θολούρα της. Και εξηγούμαι ξανά... Κατ' αρχάς εκείνο το «πολλές τέχνες άνθησαν» σημαίνει, προφανώς, πως η μουσική και τα τραγούδια, ο κινηματογράφος, η ποίηση και η λογοτεχνία, τα εικαστικά κ.λπ. μεγεθύνθηκαν επί επταετίας. Είναι σωστό αυτό; Δεν ξέρω, γιατί είναι και θέμα αριθμών, αν και ο καθένας μπορεί να σκεφτεί τι θα ήταν η ελληνική μουσική και το τραγούδι, κατ' αρχάς, χωρίς τους δίσκους που κυκλοφόρησαν επί χούντας όλοι οι μεγάλοι συνθέτες μας – πλην του απαγορευμένου Θεοδωράκη. Λοΐζος, Μούτσης, Μαρκόπουλος, Σαββόπουλος, Χατζιδάκις, Σπανός, Πλέσσας, Λεοντής, Κόκοτος, Μαμαγκάκης, Ξαρχάκος, Καλδάρας, Κουγιουμτζής, Άκης Πάνου και δεκάδες άλλοι τύπωσαν μέσα στην επταετία ανεπανάληπτους δίσκους. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε, εδώ, τώρα, για τη σημασία τους. Είναι προφανής και υπήρξε τεράστια! 

Η συνέχεια εδώ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου