Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Δήλωση προσχώρησης στη μετωπική συνεργασία των παρατάξεων της Αριστεράς στο ΤΕΕ

Στη συζήτηση που διεξήχθη όλο τον τελευταίο μήνα για την παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς των μηχανικών στις ερχόμενες εκλογές του ΤΕΕ, ορίστηκε ένα πλαίσιο διαλόγου που, με τις συμφωνίες αλλά και τις διαφωνίες που εκφράστηκαν, εκτιμούμε ότι αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για το παρόν και το μέλλον. Άλλωστε, αυτή η συζήτηση έγινε στο φόντο μιας συνεργασίας εξαετούς διάρκειας για την κοινή παρέμβαση των μεγαλύτερων παρατάξεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΕ, που όλοι συνομολόγησαν ότι τήρησε ένα πλαίσιο αρχών και πήγε την υπόθεση της εκπροσώπησης των συμφερόντων των εργαζόμενων μηχανικών μπροστά.

Πολλά ζητήματα, που δεν ήταν εξαρχής σίγουρο ότι θα γίνει κατορθωτό να επιλυθούν, όπως η ανάγκη η κάθοδος της ριζοσπαστικής αριστεράς στις εκλογές αυτές να έχει σαφές αντικυβερνητικό στίγμα με απόλυτο διαχωρισμό από τη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά και ένα αναγκαίο πολιτικό πλαίσιο που να απαντά με επάρκεια στον κόσμο της εργασίας στη φάση που διανύουμε, τελικά επιλύθηκαν.
Άλλα ζητήματα, όπως ο χαρακτήρας της παρέμβασης «εντός, εκτός και εναντίον» του ΤΕΕ -ενός ΤΕΕ που ετοιμάζεται να μετατραπεί οριστικά σε μηχανισμό ρύθμισης του επαγγέλματος για λογαριασμό των «από πάνω» σε ένα τοπίο πλήρους διάλυσης των επαγγελματικών και ευρύτερων εργασιακών δικαιωμάτων-, συζητήθηκαν εξαντλητικά και κατέληξαν με ανοιχτή διάθεση σύνθεσης σε συγκεκριμένες θέσεις, με όλους τους συμμετέχοντες στον διάλογο να συνομολογούν ότι το ΤΕΕ θα μας βρει σε διάταξη μάχης απέναντί του για να μην εφαρμοστούν όλα όσα έχουν ψηφιστεί στα μνημόνια ή ετοιμάζονται να ψηφιστούν σε επόμενα νομοσχέδια.
Όλοι συμφώνησαν ότι για να μπορεί μία μετωπική συνεργασία δυνάμεων με διαφορετική αφετηρία και ιστορικότητα να έχει μέλλον, απαιτείται δημοκρατική και τακτική λειτουργία με όρους ενιαίας παράταξης και με δέσμευση όλων απέναντι στις αποφάσεις, ακόμα και αν δεν θεωρούσαν ακόμη όλες οι πλευρές ώριμο να εγκαταλειφθούν τα παλαιότερα σχήματα.
Κοπιάσαμε για να καταλήξουμε, αλλά τελικά το καταφέραμε, σε μία αναγκαία ανάγνωση του ταξικού συσχετισμού δύναμης στον κλάδο και να διακρίνουμε, μέσα στον διαταξικό χυλό του στρώματος των μηχανικών, εκείνες τις κατηγορίες συναδέλφων εργαζόμενων που ζουν από τη δουλειά τους και ανέργων, τα συμφέροντα των οποίων φιλοδοξούμε να εκφράσουμε.
Τέλος, σκιαγραφήθηκε ένα σημαντικό πλαίσιο αρχών για τον χαρακτήρα, τη φυσιογνωμία και τα όρια της παρέμβασής μας εντός ΤΕΕ, σε ένα τοπίο σκληρής ταξικής αναμέτρησης, για το οποίο όλοι μαζί εκτιμήσαμε ότι δεν θα αφήνει κανένα περιθώριο για διαμόρφωση «θετικών προτάσεων» διαχείρισης της μνημονιακής λαίλαπας σε πιο «φιλολαϊκή»-«φιλεργατική» κατεύθυνση. Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα ότι ο διάλογος κατέληξε στην αποδοχή ενός χωρίς κριτήρια φάσματος πρακτικών, του οποίου το ένα άκρο είναι μια διαχειριστική λογική σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα και το άλλο μια λογική αναχώρησης και εκ του ασφαλούς κριτικής, είναι άστοχο και άδικο. Η συζήτηση είχε πολύ περισσότερο βάθος και κατέληξε να περιγράψει πολύ πιο συγκεκριμένα τον χαρακτήρα της «εντός» του ΤΕΕ παρέμβασης, θεωρώντας ότι αυτή θα πρέπει να εξυπηρετεί ένα αντιπολιτευτικό σχέδιο για το «εκτός» και το «εναντίον». 

Θα ήταν αφέλεια να πούμε ότι οι συνθέσεις που παρήχθησαν και οι εγγυήσεις που δόθηκαν κατά τη διάρκεια αυτού του διαλόγου, είναι απολύτως βέβαιο ότι θα παραμείνουν ανεξίτηλες, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παραβιαστούν ποτέ ή ότι στο μέλλον δεν θα υπάρξουν εντάσεις και προβλήματα. Μια μεγάλη παράταξη, με πλατύ κοινωνικό εύρος, που συνιστά συνάντηση ρευμάτων από διαφορετικές διαδρομές είναι αντικειμενικό ότι διαρκώς θα φέρει στο εσωτερικό της αντιφάσεις που παράγονται από την ίδια την πραγματικότητα. Έχουμε γνώση της ιστορικότητας των δυνάμεων που συγκλίνουν, και επίγνωση της ιδιαίτερης κοινωνικής δυναμικής με βάση την οποία προσέρχονται στην συνεργασία αυτή. Γνωρίζουμε λοιπόν εκ των προτέρων ότι δεν θα είναι μία εύκολη διαδικασία.
Όμως, αυτό που εκτιμούμε ως πιο σημαντικό είναι η δυναμική του μετασχηματισμού των αντιθέσεων και των αντιφάσεων που κατά τη γνώμη μας αναδείχτηκε και σε αυτή θα επιμείνουμε. Έτσι, θεωρούμε ότι αν σήμερα γυρίζαμε την πλάτη σε όσους ήρθαν σε ρήξη με τον ΣΥΡΙΖΑ μετά την συνθηκολόγηση του 2015, αυτό δεν θα προσέφερε τίποτε στο κίνημα και την υπόθεση της αριστεράς γενικότερα, ούτε πολύ περισσότερο στον κλάδο, ακριβώς γιατί θα άφηνε τα πράγματα να εξελιχθούν όπως άλλα πολιτικά σχέδια θα ήθελαν: τον κόσμο αυτόν να πηγαίνει σιγά σιγά σπίτι του ή σταδιακά να επιστρέφει στο «μαντρί» του κυβερνητισμού. Άλλωστε, αυτή η δυναμική μετασχηματισμού και προχωρήματος ήταν ενεργή σε όλη τη διάρκεια του τελευταίου μήνα και αποτυπώθηκε τόσο στις συγκεκριμένες απαντήσεις και δεσμεύσεις που δόθηκαν δημοσίως, αλλά και εμπράκτως, για τα κρίσιμα ζητήματα κατεύθυνσης και πρακτικών, όσο φυσικά και στο κείμενο αρχών και θέσεων στο οποίο ο διάλογος κατέληξε.
Τα αρνητικά αυτής της σχετικά σύντομης διαδικασίας διαλόγου που λόγω του καλοκαιριού ξεκίνησε αργά και διήρκεσε λίγο, ήταν καταρχάς ότι δεν πήρε την δημόσια διάσταση που θα του άρμοζε, με συνέπεια σήμερα πολύς κόσμος όλων των παρατάξεων να δυσκολεύεται να βγάλει συμπεράσματα, να βλέπει παρατάξεις να διασπώνται και να συνενώνονται σε άλλη βάση και αυτό να μην μπορεί εύκολα να το κατανοήσει.
Δεύτερον, η κοινωνική αναγκαιότητα που -στο έδαφος της υποχώρησης που επικρατεί στο κοινωνικό επίπεδο, και η οποία τονίστηκε από όλες τις πλευρές στην αρχή της διαδικασίας- κατά τη γνώμη μας επέβαλε την ενωτική, μετωπική εμφάνιση των τεσσάρων σχημάτων της αριστεράς που συζήτησαν στις εκλογές, γρήγορα υποχώρησε ως κριτήριο και στη θέση των επιχειρημάτων αυτών κυριάρχησε η επιμονή και η προβολή των υπαρκτών διαφορών μεγεθυμένων με τρόπο που σε κάποιες περιπτώσεις ειδικά επιδίωκε πάσει θυσία να αποκλείσει την σε θετική κατεύθυνση σύνθεση που ήταν εφικτή.
Τρίτον, η πολιτική αναγκαιότητα να παρθούν πρωτοβουλίες ενάντια στην παραταξιοποιημένη (γύρω από τα πολιτικά σχέδια της αριστεράς) εμφάνιση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στον χώρο προκειμένου να μπορεί να υφίσταται ένας χώρος-«εργαστήρι» στον οποίο θα επικοινωνούν, θα διατυπώνουν θέσεις και θα δρουν από κοινού οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΛΑΕ καθώς και ανένταχτοι μηχανικοί, δυστυχώς αποτέλεσε κριτήριο μόνο ενός μέρους όσων συμμετείχαν στον διάλογο.
Τέταρτον, παρότι κανείς δεν το αρνήθηκε ρητά, το αίτημα της ανάγκης «πλήρους ανανέωσης» και «επανίδρυσης» παρέμεινε διακηρυκτικό και δυστυχώς δεν αποτέλεσε καθόλου το κέντρο της συζήτησης, δίνοντας χώρο να συζητηθούν περισσότερο αντιθέσεις του παρελθόντος και πολύ λιγότερο το πώς θα απαντήσουμε στα σκληρά ερωτήματα του παρόντος· αυτά που μας τίθενται από μία πραγματικότητα ήττας και υποχώρησης στο εργατικό κίνημα σε ένα τοπίο που όλα μοιάζουν να πρέπει να οικοδομηθούν από την αρχή. Έγινε ό,τι έγινε, διασπάστηκαν παρατάξεις, θα ενωθούν σε άλλη βάση, αλλά καμία από τις πλευρές δεν δείχνει να έχει κάνει βήματα σε κάτι που να αποπνέει την αίσθηση ότι αφουγκράζεται αποτελεσματικά την περίοδο. Σε ό,τι μας αφορά, κάτι τέτοιο ήταν εξαρχής κέντρο της τοποθέτησής μας και θα επιμείνουμε. Θέλουμε, όπως γράψαμε, μία παράταξη με μάτια ανοιχτά και φρέσκιες σκέψεις, που θα είναι σε άμεση επαφή με τους συναδέλφους, που θα μπορεί να σηκώσει το βάρος της αντεπίθεσης και να κριθεί σε βάθος χρόνου στο κατά πόσο θα μπορέσει να ανασυνθέσει πρακτικές σύγκρουσης εντός των αντιθέσεων που ξεδιπλώνονται στο επάγγελμα και στους χώρους που σήμερα βρίσκονται, ζουν και εργάζονται οι μηχανικοί. Με νέα πειστική φυσιογνωμία και νέα πρόσωπα κόντρα στον συνδικαλισμό «παλαιάς κοπής», με νέο σχέδιο, σε διαχωρισμό με πρακτικές του παρελθόντος, με τολμηρή, μεθοδική και επίμονη δουλειά στη συνδικαλιστική έρημο του ιδιωτικού τομέα και δη σε κλάδους που συγκροτούν σήμερα με τον πιο επιθετικό τρόπο την εργοδοτική «μεθοδολογία» ξεθεμελιώματος των εργατικών δικαιωμάτων.
Για εμάς βασικό κριτήριο που δίνει εχέγγυα ότι κάτι όντως μπορεί να απαντήσει στην παραπάνω αναγκαιότητα και να αποτελέσει φάρο αντίστασης και αντεπίθεσης τα επόμενα χρόνια δεν είναι οι βερμπαλισμοί και τα μεγάλα παχιά λόγια που τελικά καταλήγουν σε μία ιδεολογικού τύπου παρέμβαση σε ένα μόνο τμήμα των πληττόμενων μηχανικών που ήδη συμφωνεί μαζί μας. Το να τονίσουμε και να επιμείνουμε στο «ενάντια στο ΤΕΕ» είναι μια επιλογή σωστή σε μία περίοδο που το ΤΕΕ διαρκώς απαξιώνεται στα μάτια των συναδέλφων και ετοιμάζεται ξανά να επιτεθεί στα συμφέροντά τους από κοινού με το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις. Όμως είναι μία επιλογή που δεν μπορεί να γίνεται με σεχταριστικούς όρους. Απαιτεί κατ’ ελάχιστον μια συμμαχία των δυνάμεων που συζήτησαν τον τελευταίο μήνα, η οποία με τη σειρά της να αποτελέσει τον καταλύτη για την κινητοποίηση ενός μεγαλύτερου ακόμα πολιτικού και κοινωνικού εύρους δυνάμεων. Απαιτεί πρακτικές που εκκινούν από το «κοινωνικά αναγκαίο» και όχι το «πολιτικά καθαρό». Απαιτούν μία φυσιογνωμία που να μπορεί να ανεχτεί την αντίφαση, ενδεχομένως και το λάθος, και να μην εμφορείται από το άγχος της κριτικής παρατάξεων που έχουν από καιρό επιλέξει να μη δώσουν αυτή τη μάχη. Απαιτούν μια παράταξη ανοιχτή, μαζική, μετωπική που να δίνει το σήμα ότι έχει αναλάβει με σοβαρούς όρους να επιτελέσει το «ενάντια στο ΤΕΕ» προεικονίζοντας και το τι είναι αυτό που μπορεί να το διαδεχτεί, δίνοντας τη μορφή μίας εναλλακτικής συνδικαλιστικής ενότητας που να εκπροσωπεί όλους τους εργαζόμενους μηχανικούς που σήμερα χειμάζονται, και όχι απλώς το πιο πρωτοπόρο πολιτικά κομμάτι των χαμηλόμισθων μισθωτών και ανέργων.
Σε αυτό τον διάλογο συμμετείχε αντιπροσωπευτικό δείγμα συναδέλφων από όλες τις παρατάξεις και τις τάσεις εντός της ριζοσπαστικής αριστεράς στους μηχανικούς. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δυνάμεων που συμμετείχαν επέλεξαν να κάνουν το ενωτικό βήμα μπροστά προκρίνοντας τη σημασία του να δοθεί ένα σήμα προς τους συναδέλφους ότι η αριστερά αναλαμβάνει την ευθύνη να παίξει τον αντιπολιτευτικό ρόλο που της αρμόζει με μαζικούς ενωτικούς όρους μέσα στο κλάδο. Δυστυχώς για την πλειοψηφία της ΑΕΠ, αλλά και ενός μέρους της ΣΑΜ, ιεραρχήθηκαν άλλα κριτήρια ως σημαντικότερα.
Θεωρούμε την επιλογή αυτή αδικαιολόγητη τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά, αλλά επίσης θεωρούμε ότι σε καμιά περίπτωση δεν τεκμαίρεται από τον τρόπο που έγινε ο διάλογος και από τη «δυναμική του μετασχηματισμού» που αναπτύχθηκε σε αυτόν. Τη θεωρούμε κοινωνικά αδικαιολόγητη στο βαθμό που αδιαφορεί για τη σημασία η ριζοσπαστική αριστερά, που έχει δώσει από κοινού τόσες μάχες τα τελευταία χρόνια, να μην κατέβει ακόμα μία φορά διασπασμένη σε μία τόσο δύσκολη περίοδο. Τη θεωρούμε πολιτικά αδικαιολόγητη στον βαθμό που συμβάλλει στην παραταξιοποίηση της αριστεράς στον κλάδο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες αυτής της επιλογής και μάλιστα στο έδαφος αιτιάσεων για τον συσχετισμό που είναι αβάσιμες αν κανείς αναλογιστεί την ΕΑΑΚογενή πλειοψηφία (με τα καλά και τα κακά της) που θα σφράγιζε τη φυσιογνωμία και την πρακτική ενός τέτοιου μετωπικού εγχειρήματος το οποίο σήμερα τορπιλίζεται. Τη θεωρούμε, τέλος, και εντελώς μη εξαγόμενη από τον τρόπο που έγινε ο διάλογος και τη δυναμική που αναπτύχθηκε σε αυτόν, στον βαθμό που η άποψη που τελικά συνέτεινε στην χωριστή κάθοδο παρέμεινε η ίδια από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να μετασχηματιστεί καθόλου, επιδεικνύοντας μια μάλλον περιφρονητική προς τη δυνατότητα σύγκλισης στάση, όπου ούτε τα κείμενα, ούτε οι διαβεβαιώσεις, ούτε οι απαντήσεις, ούτε οι υποχωρήσεις δεν είχαν σημασία. Δυστυχώς, για τις πλευρές αυτές η αδυναμία σύγκλισης ήταν δεδομένη από την αρχή.
Για εμάς η αδυναμία σήμερα της ΑΕΠ-ΕΜ να ακολουθήσει τον ενωτικό δρόμο και να συμβάλλει ενεργά σε μια μετωπική προσπάθεια που εξαρχής δεσμεύεται στο αναγκαίο πλαίσιο αρχών, λειτουργίας και πρακτικών, αποτελεί και το τέλος της ΑΕΠ-ΕΜ όπως την οικοδομήσαμε μιας και βάλλει στον πυρήνα της μετωπικής αντίληψης που με κόπο κατακτήσαμε τα τελευταία έξι χρόνια, αλλά και του «αναγκαίου» που έχουμε ανάγκη για τον κλάδο των μηχανικών και την αριστερά σε αυτόν. Είναι μία επιλογή που εκτιμούμε ότι σηματοδοτεί πισωγύρισμα για τον χώρο που οικοδομήσαμε έξι χρόνια τώρα, επιτρέποντας να κυριαρχήσει μια φοβική φυσιογνωμία. Οι συνέπειες αυτής της επιλογής δεν θα είναι ασήμαντες και θέλουμε να πιστεύουμε ότι αργά ή γρήγορα θα γίνουν κατανοητές, συμβάλλοντας έτσι στην επανεκκίνηση του διαλόγου. Για αυτό τον λόγο εκτιμούμε ότι οι «γέφυρες» που συγκροτούν τα ψηφοδέλτια στις επιστημονικές επιτροπές θα πρέπει να παραμείνουν ενεργές, όπως επίσης και η προσπάθεια κοινής διεκδίκησης έδρας ή εδρών στη Διοικούσα Επιτροπή.
Με το παρόν κείμενο και με βάση όλα τα παραπάνω δηλώνουμε τη συμφωνία μας με την «Ιδρυτική Διακήρυξη συνεργασίας παρατάξεων της Αριστεράς» που προέκυψε ως επιστέγασμα των τριών διαπαραταξιακών συναντήσεων του προηγούμενου διαστήματος και προσχωρούμε στο εγχείρημα αυτό επιλέγοντας τη συμμετοχή μας στο μετωπικό σχήμα με το όνομα «Αριστερή Αγωνιστική Παρέμβαση Εργαζόμενων Μηχανικών - ΑΑΠΕμ». Έχοντας περιγράψει παραπάνω τόσο τη σημασία όσο όμως και τις αδυναμίες από τις οποίες ξεκινά αυτό το εγχείρημα, εμείς θα επιμείνουμε στο να τις υπερβούμε, αλλά θα επιμείνουμε και να πιστεύουμε ότι στον κλάδο αντιστοιχεί μία και ενιαία παράταξη, ένα σχήμα, της ριζοσπαστικής αριστεράς, στο οποίο ελπίζουμε πώς κάποια στιγμή, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, θα βρεθούμε.

8 Οκτωβρίου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου