Αναρτούμε άρθρο του Δ. Μπελαντή από το Ίσκρα
Στην συζήτηση σχετικά με το ευρώ, η οποία διεξάγεται στον ΣΥΡΙΖΑ και συνολικά στην Αριστερά, παρατηρείται μια εύλογη έμφαση στην λειτουργία του ως νομίσματος σε αντίθεση με το εθνικό νόμισμα. Η συζήτηση αυτή δεν είναι ουδέτερη ούτε τεχνική. Ορθά επισημαίνεται ότι το ευρώ αντανακλά και επικυρώνει τον κυρίαρχο ταξικό συσχετισμό δύναμης στην ευρωζώνη και την Ε.Ε. ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, όπως αυτό εκφράζεται από τις Συνθήκες από το Μάαστριχτ ως την Λισσαβώνα και από τις δομές της Ε.Ε. και της ευρωζώνης.
Επίσης, είναι ισχυρή η θέση ότι αυτός ο συσχετισμός γύρω από το ευρώ είναι δομικός και
όχι συγκυριακός. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στην περίπτωση όπου θα
ενισχυόταν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά σε περισσότερες χώρες της
ευρωζώνης, πράγμα ιδιαίτερα επιθυμητό, αυτό δεν θα συνεπαγόταν την
κοινωνική μεταρρύθμιση της ευρωζώνης. Οι ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές
χώρες και ιδίως το ιμπεριαλιστικό κέντρο γύρω από την Γερμανία θα
προχωρούσαν είτε στην διάλυση της ευρωζώνης είτε στην αναδίπλωση σε μια
στενότερη και πιο θωρακισμένη ευρωζώνη. Αυτό είναι αποτέλεσμα του
γεγονότος ότι οι δομές της ευρωζώνης αποτελούν έναν «σκληρυμένο» υπερκρατικό μηχανισμό. Ο μηχανισμός αυτός δεν αντιστοιχεί στην αντίληψη του Ν. Πουλαντζά για το (εθνικό) αστικό κράτος ως
πεδίο συμπύκνωσης των ταξικών συσχετισμών (η οποία και αυτή είναι τότε
μόνο ορθή, όταν συνοδεύεται από την ύπαρξη ενός δομικού ορίου, πέρα από
το οποίο το αστικό κράτος δεν είναι μετασχηματίσιμο), καθώς είναι ένας
«θωρακισμένος» μηχανισμός, εχθρικός προς την επενέργεια των δυνάμεων της
εργασίας. Άρα, τίθεται ζήτημα ανατροπής των δομών της ευρωζώνης και της Ε.Ε., αν θέλουμε να κατευθυνθούμε προς την Ευρώπη των Εργαζομένων, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Δεν μπορούμε με τα ίδια εργαλεία, θεσμούς και δομικές αποκρυσταλλώσεις να οικοδομήσουμε δυο ριζικά διαφορετικά πράγματα.
Η ΕΟΚ και κατόπιν η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε ιστορικά ως μια καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική συμμαχία,
η οποία αρκετά νωρίς -από τα μέσα του 1980- ηγεμονεύθηκε από την
επιθετική νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Τα όποια προνοιακά και
κοινωνικά-συμβολαιακά στοιχεία υπήρχαν στην λειτουργία της ΕΟΚ σταδιακά καταργήθηκαν με βίαιο και έντονο τρόπο.
Η ελληνική αστική τάξη εντάχθηκε με ενθουσιασμό αρχικά στην ΕΟΚ και
στην συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, ελπίζοντας ότι θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της - ιδίως στην στενότερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου -
αλλά ακόμη και προσδοκώντας ότι θα χρησιμοποιήσει την ιδιαίτερη ισχύ
της Ε.Ε. , πολιτική, ιδεολογική, οικονομική για να ενδυναμώσει εσωτερικά
την δική της κυριαρχία και θρίαμβο πάνω στις δυνάμεις της εργασίας.
Όπως είχε πει κάποιος υπουργός κάποτε, «αν δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Ένωση
θα έπρεπε να την εφεύρουμε». Ακόμη και πριν από την κρίση, το επιχείρημα της «δύσκολης» ανταγωνιστικότητας εντός της Ε.Ε. και της ευρωζώνης λειτούργησε πάντοτε υπέρ των πολιτικών της λιτότητας και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους.
Με λίγα λόγια, η Ε.Ε. και το ευρώ λειτούργησαν ως η κύρια στρατηγική
αλλά και αφήγηση της εθνικής αστικής μας τάξης. Λειτούργησαν ως η
προβολή των προσδοκιών της στο μέλλον αλλά και ως η ασπίδα της απέναντι
στην ταξική πάλη. Ως ένα κεντρικό σημείο ενότητας του αστικού
συνασπισμού εξουσίας στην Ελλάδα, ως ένα εργαλείο κοινωνικής
αντεπανάστασης. Άρα, το πρόβλημά μας δεν είναι μόνο ένα ζήτημα σχέσης
μεταξύ χωρών ( αν και αυτή η διάσταση είναι σαφώς υπαρκτή), είναι σε
μεγάλο βαθμό το ζήτημα μιας διακρατικής καπιταλιστικής συμμαχίας κατά
της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα όπως και στις άλλες χώρες. Ιδίως, η
Ελλάδα χρησιμοποιείται ως κοινωνικό πειραματόζωο από την εθνική και την
ευρωπαϊκή αστική τάξη για τα όρια συμπίεσης των μισθωτών και του λαού.













