Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

αποκατάσταση του χωρικού σχεδιασμού: η ώρα του «από τη θεωρία στην πράξη»

PHOTO-14
Με σειρά δημόσιων παρεμβάσεων και αρθρογραφίας κι εδώ στις Οικοτριβές αλλά και αλλού έχει επισημανθεί και σχολιαστεί κατ’ επανάληψη τα τελευταία «μνημονιακά» χρόνια, ο συστηματικός τρόπος υποκατάστασης του δημόσιου χωρικού σχεδιασμού από έναν προσχηματικά δημόσιο και προσχηματικά χωρικό σχεδιασμό, έναν σχεδιασμό δηλαδή αχωρικό και ιδιωτικής κοπής που δεν απορρέει από διαδικασίες διαπραγμάτευσης του σκοπού του σχεδιασμού, του περιλάλητου δημόσιου συμφέροντος, με τους τοπικούς και χωρικούς (δηλαδή κοινωνικούς, παραγωγικούς, περιβαλλοντικούς) φορείς και διαθέσιμα.
Αντίθετα, απαντά, κυρίως και συχνά «φωτογραφικά», σε ιδιωτικά αιτήματα άντλησης υπεραξίας μέσα από «επενδύσεις» εκμετάλλευσης της γης και των φυσικών, ιστορικών ή κοινωνικών της πόρων. Συχνά, οι συνέπειες από αυτές τις επενδύσεις ούτε επιθυμητές είναι από τις τοπικές κοινωνίες ούτε συμβατές με το παραγωγικό τους προφίλ ή τα περιβαλλοντικά κεκτημένα. Συχνά επίσης, οι συνέπειες αυτές είναι ανεπίστρεπτες. Στη δημόσια συζήτησή τους ωστόσο, προτάσσεται πάντα η παντοδύναμη ρομφαία της «ανάπτυξης», των «θέσεων εργασίας», αντιλήψεων δηλαδή που αναπαράγουν τα πιο ξεπερασμένα -και ανόητα- δίπολα στην επιστημονική και δημόσια συζήτηση για τον χώρο, το περιβάλλον, την ανάπτυξη και τον σχεδιασμό. Δίπολα παραπειστικά έως και κωμικά, που όμως παρά τις προφανείς τους αδυναμίες, για κάποιους διατηρούν την αξία του επιχειρήματος. Θύμα αυτών των μεθοδεύσεων και παρεξηγήσεων είναι ασφαλώς και ο χώρος και η δικαιοσύνη σ’ αυτόν, αλλά και το δημόσιο συμφέρον.
Οι μνημονιακές πρακτικές
Στο πλαίσιο της μνημονιακής νομοθεσίας, οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορούσαν τον χώρο και τον σχεδιασμό του ήταν εντυπωσιακά πολλές και σημαίνουσες. Κατέστη σαφές ευθύς εξαρχής ότι η ανα- ή από- διάρθρωση του πλαισίου όρων ανάπτυξης ή προστασίας του χώρου ήταν κεντρική προτεραιότητα. Εκκινώντας από την βασική φιλοσοφία «αξιοποίησης»-εκποίησης της δημόσιας γης, αδιακρίτως, όπως αυτή οριοθετήθηκε στον Εφαρμοστικό του μεσοπρόθεσμου το 2011 (ν. 3986/2011) ακολούθησε μια ενορχηστρωμένη ομοβροντία ρυθμίσεων που αφορούσε τους a la carte όρους εκμετάλλευσης δημόσιας ή ιδιωτικής γης με τα λεγόμενα «Ειδικά Σχέδια» κάθε είδους, την αποδυνάμωση σε προσωπικό και αρμοδιότητες όλων των ελεγκτικών υπηρεσιών του δημοσίου, την αποδυνάμωση του καθεστώτος προστασίας δασικών, παράκτιων ή άλλων οικολογικά κρίσιμων περιοχών, τη δημιουργία προϋποθέσεων για εισπρακτική αντιμετώπιση και πρακτική διαιώνιση των αυθαιρέτων σε εντός και εκτός σχεδίου περιοχές, τη μεταφορά της αρμοδιότητας σχεδιασμού και διαχείρισης του δημόσιου συμφέροντος (περιουσίας και όρων ανάπτυξης) σε πολυάριθμες και εντελώς αδιαφανείς Α.Ε. και τόσα άλλα. Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες που τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως διαδικασία θεσμοθέτησης (με προσχηματική διαβούλευση σε άλλ’ αντ’ άλλων κείμενα νόμου, με διαδικασίες εξπρές, με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, σε θερινά τμήματα της Βουλής κ.ο.κ.) βάθυναν και στερέωσαν τις πιο δυσοίωνες από τις νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις και πρακτικές που γνωρίσαμε κατ’ εξοχήν στην περίοδο της Ολυμπιακής προετοιμασίας. Όλες αυτές οι κατευθύνσεις ρυθμίσεων τελικά αποκρυσταλλώθηκαν, το καλοκαίρι που μας πέρασε, σε ένα νέο υπόδειγμα χωρικού σχεδιασμού με τον ν. 4269/2014, την περίφημη «Χωροταξική και Πολεοδομική μεταρρύθμιση» (γνωστή και ως Χω.Πο.με.). Η καθαυτό Χω.Πο.με. εμπλουτίστηκε βέβαια με τους ν. 4280/2014 για τα δάση και την ιδιωτική πολεοδόμηση, τον ν. 4277/2014 για την οριστική αντικατάσταση του παλιού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αττικής και τον τελευταίο νόμο-σκούπα της προηγούμενης κυβέρνησης, τον ν. 4315/2014, στον οποίο συνωθήθηκαν άρον άρον όσα αιτήματα προλάβαιναν να προωθηθούν μέσω του πρόθυμου και απερχόμενου πολιτικού προσωπικού.
Προς ένα νέο υπόδειγμα

Η αποκατάσταση στην ουσία του δημόσιου χωρικού σχεδιασμού σε μια κατεύθυνση απλοποίησης, ουσιαστικού εκδημοκρατισμού και διασφάλισης περιβαλλοντικής και χωροκοινωνικής δικαιοσύνης, έχει εξαγγελθεί προ- και μετ-εκλογικά από τον ΣΥΡΙΖΑ σε όλους τους τόνους. Επείγει ωστόσο να δρομολογηθεί άμεσα, πριν το στρεβλό θεσμικό πλαίσιο δημιουργήσει δύσκολα αναστρέψιμα έννομα αποτελέσματα, ιδίως δε εκείνα που ενσωματώνουν κρίσιμες και αμφιλεγόμενες ή ανεπιθύμητες χωρικές επιλογές.
Οι ορίζουσες του νέου υποδείγματος σχεδιασμού, σε έναν βαθμό αναδεικνύονται από τους βασικότερους άξονες κριτικής όπως διατυπώθηκαν από τον χώρο της Αριστεράς, το αρμόδιο Τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, πανεπιστημιακούς και επιστημονικούς φορείς, κ.ά.. Σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα τον ν. 4269/2015, ενδεικτικά αξίζει να υπενθυμίσουμε ορισμένες από τις πιο βασικές κατευθύνσεις:
Η άρση της κατίσχυσης των Ειδικών Χωρικών Σχεδίων κάθε είδους έναντι των θεσμοθετημένων όρων δόμησης, χρήσης, προστασίας της γης. Τα Ειδικά Χωρικά Σχέδια (ΕΣΧΑΔΑ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΠΕΡΑΑ κ.ά.) που αφορούν μεγάλης κλίμακας αναπτύξεις, είτε επιλεγεί να θεσμοθετούνται με ΠΔ είτε όχι, οφείλουν να συμμορφώνονται στις εγκεκριμένες ρυθμίσεις και όχι το αντίστροφο κι αυτή η στοιχειώδης ιεραρχία και νομιμότητα επείγει να αποκατασταθεί.
Η αναθεώρηση των νέων κατηγοριών χρήσεων γης που εισήγαγε ο ν. 4269/2014 ώστε αφενός να καλύπτεται το σύνολο της γης, αστικής και εξωαστικής, αφετέρου να προστατεύονται έναντι ασύμβατων και οχληρών δραστηριοτήτων οι πιο ευάλωτες χρήσεις (όπως λ.χ. η κατοικία, οι ελεύθεροι ή κοινόχρηστοι χώροι και οι χώροι πρασίνου κ.ά.). Η άκρατη «ελαστικοποίηση» των χρήσεων που θεσμοθετήθηκε (όπου λ.χ. σε έναν θεσμοθετημένο «ελεύθερο χώρο αστικού ή περιαστικού πρασίνου» μπορεί να χωροθετηθεί από χώρος επεξεργασίας στερεών αποβλήτων μέχρι εγκαταστάσεις ΑΠΕ ή σταθμοί μεταφόρτωσης απορριμμάτων) μπορεί να ωφελεί κοντόθωρα το laissez faire για κάθε ενδιαφερόμενο, υπονομεύει όμως εκτός από το δημόσιο συμφέρον και αυτούς τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους στο μέλλον. Όλοι, «ειδικοί» και μη και ανεξάρτητα από ιδεολογικές καταβολές, αντιλαμβάνονται ότι η κατηγοριοποίηση των χρήσεων είναι εργαλείο σχεδιασμού αλλά και όρος ασφάλειας δικαίου και ισονομίας. Πρέπει επομένως να είναι τέτοια που να δημιουργεί καθεστώς χωρικής συνοχής και συμβατότητας ώστε να διασφαλίζεται η επιθυμητή, η σχεδιασμένη δηλαδή ποιότητα του χώρου. Είναι προφανές ότι αυτό δεν είναι κάποιο ακραία ριζοσπαστικό πρόταγμα που αφορά μόνο τις τοπικές κοινωνίες. μεσομακροπρόθεσμα προστατεύει τα συμφέροντα και των ίδιων των επενδυτών.
Η ανάγκη αποκατάστασης του Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου, ενός επιπέδου που πέρα από το πόσο συκοφαντήθηκε από τις πρακτικές και τα πρωθύστερα της προηγούμενης δεκαετίας, στον νέο νόμο υποβαθμίστηκε και επισήμως σε «κείμενο αρχών» υποχρεωτικά συμμορφούμενο προς το «εκάστοτε ισχύον μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και το εθνικό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων». Το Εθνικό Χωροταξικό είναι ακριβώς το επίπεδο που μπορεί και πρέπει να εξειδικεύει χωρικά όλους τους τομεακούς ή κλαδικούς αναπτυξιακούς προγραμματισμούς και να συνιστά βάση ενημέρωσης και αλληλεπίδρασης με τα Περιφερειακά Χωροταξικά Σχέδια.
Σε συνδυασμό με την παραπάνω αποκατάσταση περιεχομένου του Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου, αυτονόητη είναι και η ανάγκη κατάργησης των Ειδικών Τομεακών και κατ’ όνομα μόνο «χωροταξικών» Πλαισίων. Πρόκειται εξάλλου για σχέδια που συγκροτήθηκαν έτσι ώστε να ενημερώσουν τα πρώτα Περιφερειακά Χωροταξικά της προηγούμενης δεκαετίας. Τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια ήταν εξ ορισμού προσωρινά, και καταρτίστηκαν ελλείψει ακριβώς του Εθνικού Χωροταξικού και για όποιους τομείς κρίθηκε σκόπιμο, χωρίς δηλαδή καμιά ολοκληρωμένη εποπτεία των παραγωγικών κλάδων. Αντί όμως να καταργηθούν (έστω το 2008, όταν δηλαδή αποκτήσαμε τύποις ένα θεσμοθετημένο Εθνικό Χωροταξικό), τα σχέδια αυτά «μονιμοποιήθηκαν», επικαιροποιήθηκαν (με πιο πρόσφατα παραδείγματα αυτά του Τουρισμού και των Υδατοκαλλιεργειών) και πήραν και προαγωγή! Ανήχθησαν δηλαδή, με τον ν. 4269/2014 σε «Εθνικά Χωροταξικά» επικυρίαρχα μάλιστα των Περιφερειακών στο σύστημα σχεδιασμού, επιτείνοντας έτσι την επικυριαρχία των ομάδων πίεσης (που τα υπαγορεύουν) και των πιο γραφικών αντιλήψεων στείρου παραγωγισμού στον προγραμματισμό της ανάπτυξης και της ανασυγκρότησης.
Η αποκατάσταση ενός συστήματος χωρικού σχεδιασμού με ενισχυμένες διαδικασίες πολύμορφης συμμετοχής και διάδρασης σε όλα τα στάδια πολιτών, κινημάτων και φορέων βάσει προσβάσιμης σε όλους γεωχωρικής πληροφορίας που θα παρέχεται από ένα σχετικό Κέντρο Τεκμηρίωσης. Αντίστοιχα με την συμμετοχή της κοινωνίας στη διαπραγμάτευση του σχεδιασμού, προτεραιότητα είναι και η συμμετοχή της θεσμικής εκπροσώπησης της τοπικής κοινωνίας, δηλαδή της αιρετής αυτοδιοίκησης και των δύο επιπέδων, με ενισχυμένη αρμοδιότητα κατάρτισης, έγκρισης και υλοποίησης. Είναι οξύμωρο ότι ενώ έχουν σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτηθεί και προχωρούν παράλληλες ενέργειες ενημέρωσης και ομογενοποίησης ποικιλώνυμων βάσεων χωρικών δεδομένων (από το Κτηματολόγιο, από την ψηφιοποίηση των θεσμικών γραμμών, από την ηλεκτρονική καταγραφή κτισμάτων, αυθαιρέτων κλπ αλλά και από μια πλειάδα φορέων και ΔΕΚΟ που καταγράφουν «χωρική» πληροφορία) κι ενώ προχωρά, υποτίθεται, η ενίσχυση του ρόλου των δύο βαθμών αυτοδιοίκησης, ταυτόχρονα, στα θέματα του χώρου, γίναμε μάρτυρες της επανασυγκέντρωσης της αρμοδιότητας όχι μόνο στην κεντρική διοίκηση και μάλιστα στον εκάστοτε αρμόδιο υπουργό, δηλαδή στους πολιτικά προϊστάμενους, αλλά και, χωρικά μιλώντας, στην Αθήνα. Στο αντιδημοκρατικό και ανορθολογικό αυτό πνεύμα εντάσσεται και η ατεκμηρίωτη και χωρίς αναγκαίες προσαρμογές κατάργηση της ενδιάμεσης κλίμακας σχεδιασμού που συνιστούσαν τα Ρυθμιστικά Σχέδια και των Οργανισμών που επιλαμβάνονταν της παρακολούθησης του σχεδιασμού στην μητροπολιτική κλίμακα.
Τέλος, η καθαυτό αποκατάσταση της χωρικής διάστασης σε όλες τις πολιτικές και η διατύπωση και θεσμοθέτηση χωρικών σχεδίων με κατευθύνσεις πολιτικής για ενότητες κατηγοριών χώρου, όπως ο ορεινός, ο παράκτιος, ο νησιωτικός, τα μητροπολιτικά κέντρα κ.ά. Οι κατηγορίες χώρου εισάγουν de facto τη χωρική διάσταση στην ανάλυση των προβλημάτων και των προοπτικών των περιοχών. Και μπορούν να εξειδικεύσουν πιο πολυσύνθετες και στοχευμένες χωρικά πολιτικές και στο Περιφερειακό και στο Τοπικό επίπεδο.
Αυτά σε ό,τι αφορά τον τρόπο δηλαδή τα επίπεδα, την ιεράρχησή τους, τους φορείς και τα μέσα χωρικού σχεδιασμού θα μπορούσαν να ορίζουν ένα αδρό περίγραμμα για τον δημόσιο διάλογο που πρέπει να ξεκινήσει άμεσα. Εκκρεμούν παράλληλα και άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες για χωρικά ζητήματα που κυμαίνονται από πιο απλές νομοθετικές, όπως η κωδικοποίηση των νομοθετικών δαιδάλων της οικοδομικής ή της πολεοδομικής ή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, έως πιο σύνθετες και κρίσιμες για το μέλλον και το πρότυπο παραγωγικής ανασυγκρότησης συζητήσεις, όπως αυτή για τον χαρακτήρα και τον τρόπο προσέγγισης της εξωαστικής γης (μέρος της οποίας είναι και η «εκτός σχεδίου»). Η συζήτηση για την εξωαστική γη ήταν και παραμένει μια δύσκολη συζήτηση για την ελληνική κοινωνία, είναι όμως ευκαιρία και ανάγκη να ανοίξει. Εκ των πραγμάτων έχει ανοίξει περισσότερο από ποτέ τα τελευταία χρόνια είτε με τις μαζικές πυρκαγιές, είτε με την μαζική κατακραυγή για τους όρους εκμετάλλευσης των αιγιαλών ή των δασικών εκτάσεων, είτε με την θερμή συζήτηση περί των διαφόρων «γενεών» αυθαιρέτων, είτε με την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για στροφή σε αγροτικές και συνδεόμενες μ’ αυτές μεταποιητικές δραστηριότητες ως προνομιακό πεδίο του προτύπου παραγωγικής ανασυγκρότησης, είτε τέλος με την έγνοια για την υπεράσπιση της δημόσιας γης που προκλήθηκε από την ίδια την μνημονιακή πολιτική για την γη (βλ. λ.χ. σκοπό και δράση του ΤΑΙΠΕΔ). Η συζήτηση για την εξωαστική γη είναι σημαντική γιατί οι καταπατήσεις, οι αυθαιρεσίες, οι καταστροφές και τα ξεπουλήματα, μαζί με το περιβάλλον ή την δημόσια περιουσία, καταπατούν και καταστρέφουν και το σύστημα αρχών που οφείλει να έχει μια οργανωμένη κοινωνία για να προασπίσει αειφορικά το μέλλον της.
Διεκδικήσεις και Αριστερά
Η νέα κυβέρνηση βρίσκεται αναμφίβολα αντιμέτωπη με αναρίθμητα στοιχήματα. Στοιχήματα στη σφαίρα του «πρώτη φορά αριστερά», στοιχήματα συνέπειας με την δική της συστηματική κριτική όλα τα προηγούμενα χρόνια (και πριν την κρίση), στοιχήματα επιβίωσης συνολικά του κυβερνητικού εγχειρήματος. Η τελευταία , η επιβίωση δηλαδή του εγχειρήματος, εξαρτάται από τους «έξω», εξαρτάται όμως και από συναινέσεις, συγκλίσεις και συστράτευση στο εσωτερικό. Εξαρτάται κι απ’ τη συνοχή και την πειστικότητα του «οράματος». Το όραμα, με τη σειρά του, δεν είναι ούτε μόνο μισθοί και συντάξεις, ούτε μόνο δουλειές ή υγεία ή παιδεία, ούτε μόνο περιβάλλον, ούτε μόνο δικαιώματα. Είναι όλα αυτά μαζί για όλους μας και παντού στο χώρο, στη χώρα. Στο πλαίσιο λοιπόν της νέας αριστερής κυβέρνησης, η αποκατάσταση του σχεδιασμού και του χωρικού του προσήμου, της χωρικής διάστασης όλων των αναπτυξιακών πολιτικών, έχει ιδιαίτερη σημασία και κατεπείγοντα χαρακτήρα γιατί σηματοδοτεί τους όρους, το πλαίσιο για το νέο πρότυπο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Σηματοδοτεί τους όρους και το πλαίσιο για την αποκατάσταση ισονομίας, δικαιοσύνης και δικαιωμάτων στο χώρο. Όλα αυτά είναι υπόθεση και διεκδικήσεις των σχετικών επιστημών χώρου και περιβάλλοντος αλλά είναι και σε μεγάλο βαθμό υπόθεση και διεκδικήσεις της Αριστεράς, ιδίως δε αυτής της ριζοσπαστικής Αριστεράς της Οικολογίας και των Κινημάτων που είναι ο κυβερνών πια ΣΥΡΙΖΑ. Απ’ την θεωρία στην πράξη λοιπόν.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου