
του Δημήτρη Καλτσώνη* από εδώ
Οι
θεμελιωτές του μαρξισμού έθεταν ως πολιτικό στόχο της εργατικής τάξης
την κοινωνική της απελευθέρωση και, μαζί, την απελευθέρωση της
ανθρωπότητας από κάθε είδους εκμετάλλευση και καταπίεση. Τα βασικά
συστατικά στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο στόχο αυτό και που
έπρεπε να είναι καρπός μιας κοινωνικής επανάστασης είναι δύο, διαλεκτικά
δεμένα μεταξύ τους: η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, έτσι
ώστε να πάψει να λειτουργεί ο μηχανισμός εκμετάλλευσης και ιδιοποίησης
της υπεραξίας, και μια νέου τύπου δημοκρατία.
Η νέου
τύπου δημοκρατία θα έπρεπε να είναι πολύ πιο βαθιά και ουσιαστική από
την τυπική αστική δημοκρατία ώστε να δίνει τη δυνατότητα στην εργατική
τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα να διαχειρίζονται τις οικονομικές,
πολιτικές και άλλες υποθέσεις τους. Το «πρότυπο» αυτής της νέου τύπου,
εργατικής δημοκρατίας ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν θεώρησαν ότι
προέκυψε μέσα από την ίδια την ιστορική εμπειρία: ήταν η Παρισινή
Κομμούνα και αργότερα τα σοβιέτ (συμβούλια).
Αυτό που
χαρακτήριζε την Παρισινή Κομμούνα ήταν ότι έδινε τη δυνατότητα στην
εργατική τάξη και το λαό να εκλέγει, ανακαλεί οποτεδήποτε, να ελέγχει
ανά πάσα στιγμή, να εναλλάσσει τους αντιπροσώπους της και να μην τους
δίνει περιθώρια αυτονόμησης καταργώντας κάθε προνόμιο και παρέχοντας
μισθούς του ίδιου επιπέδου με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό[1].
Όπως
είναι γνωστό, οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι η απελευθέρωση
της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας. Για το σκοπό αυτό
απαιτείται επίσης η συγκρότηση επαναστατικών εργατικών κομμάτων που θα
συσπειρώνουν το πιο μαχητικό, συνειδητοποιημένο τμήμα της.
Η
ιστορική εμπειρία έδειξε ότι τα επαναστατικά – δημοκρατικά οργανωτικά
χαρακτηριστικά των πρώτων εργατικών επαναστάσεων έτειναν να αποτελέσουν,
σε ένα βαθμό τουλάχιστον, τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε η οργάνωση
των επαναστατικών κομμάτων της εργατικής τάξης[2].
Δεν υπάρχει βέβαια στον Μαρξ μια συνολική θεωρητική ανάλυση για το
επαναστατικό κόμμα. Ο Λένιν αντιμετώπισε λίγο αργότερα στην πράξη πιο
διεξοδικά το ζήτημα[3].
Γιατί δημοκρατικά οργανωμένα;
Γιατί τα
επαναστατικά κόμματα έπρεπε να είναι δημοκρατικά οργανωμένα; Γιατί δεν
αρκούσε η υποστήριξη μιας αποφασισμένης, πρωτοπόρας ηγεσίας; Πρώτο,
γιατί κατά την αντίληψη των μαρξιστών η απελευθέρωση της εργατικής τάξης
μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αν είναι έργο της ίδιας και όχι κάποιων
πεφωτισμένων ηγετών. Η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να εκφράζει τη
βούληση του υφιστάμενου την εκμετάλλευση και καταπίεση λαού να
απελευθερωθεί. Το ίδιο και το επαναστατικό κόμμα πρέπει να εκφράζει τη
βούληση των μελών του και την εθελοντική τους στράτευση στην υπόθεση της
απελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Άρα απαιτείται ουσιαστική δημοκρατία.
Δεύτερο, η
χάραξη πολιτικής απαιτεί την επιστημονική ανάλυση της πραγματικότητας. Η
επιστημονική ανάλυση (τόσο στις φυσικές όσο και στις κοινωνικές
επιστήμες) είναι ατομική και συλλογική υπόθεση συνάμα. Για να είναι όσο
το δυνατό πιο αποτελεσματική, απαιτεί τη συζήτηση, τη διασταύρωση των
γνώσεων, των γνωμών, των εμπειριών[4].
Άρα είναι αναγκαία η πιο ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή των μελών του
επαναστατικού κόμματος στη χάραξη πολιτικής. Το ίδιο χρειάζεται και για
την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής της πολιτικής. Θεωρητική
ανάλυση και κοινωνική - πολιτική πράξη βρίσκονται σε αδιάρρηκτη, στενή
διαλεκτική σχέση.







Δημοσιεύτηκε
σήμερα το πρωί η απόφαση του πρωτοδικείου Αθηνών, τμήμα εργατικών
διαφορών, σχετικά με την προσφυγή του ελληνικού δημοσίου, που συζητήθηκε
στις 9 Ιούνη 2014, απέναντι στην απεργία-αποχή της ΑΔΕΔΥ για την
αξιολόγηση.







