Επίκαιρη συνέντευξη μετά από όσα είδαμε σήμερα...

Συναισθήματα πρωτόγνωρα, αλλά και ζητήματα, ερωτήματα πρωτόγνωρα για μια
αριστερά που προσεγγίζει την κυβερνητική εξουσία. Λίγες ώρες πριν τις
κάλπες της 25ης Ιανουαρίου, συζητούμε με την Ντίνα Βαΐου και τον Κώστα
Γαβρόγλου για τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα μπορούσαν να κάνουν μια
κυβέρνηση της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς να ξεχωρίζει
θετικά στα μάτια των πολλών, των λαϊκών τάξεων, αλλά και εκείνων που δεν
την ψήφισαν.
Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός για την Εποχή
Από τη Δευτέρα, με τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, μπαίνουμε σε περίοδο μεγάλων ελπίδων και υψηλών προσδοκιών σε ένα περιβάλλον όμως δυσκολιών. Ο ρόλος του κόμματος, επομένως, είναι κρίσιμος. Θα αποδειχθεί αποτελεσματικός; Κώστας Γαβρόγλου: Τώρα βλέπουμε τις επιπτώσεις που έχει το γεγονός ότι συγκροτήθηκε ένα κόμμα, μια συλλογικότητα, ουσιαστικά πολιτικής ενότητας, όχι ιδεολογικής και πολιτικής ενότητας. Καταλαβαίνουμε όχι μόνο τις θεωρητικές αδυναμίες αλλά και ότι η έλλειψη ενός σαφούς ιδεολογικού στίγματος δίνει τη θέση της σε μια συγκεχυμένη ιδεολογία ανθρωπισμού γενικότερα. Ντίνα Βαϊου: Έχω την εντύπωση ότι πέρα από την πολιτική ενότητα, που έχει μια κεντρική βαρύτητα στο πώς συγκροτήθηκε το κόμμα, υπάρχει και κάτι άλλο που διαπλέκεται μ’ αυτό και κυριαρχεί μέσα στον τρόπο με τον οποίο στήθηκε, μια συγκεκριμένη παράδοση της Αριστεράς η οποία είναι λίγο δεκτική στο κύριο θέμα της συζήτησής μας, δηλαδή τη σχέση κινημάτων, κόμματος, κυβέρνησης.
Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το κατεξοχήν κόμμα που έχει ενεργή σχέση με τα κινήματα, είναι υιοθετημένο, όπως έχει ειπωθεί, από τις πλατείες.
Ντ. Β. Αυτό ισχύει, αλλά είναι διαφορετικό. Πώς, όμως, συγκροτεί τον πολιτικό του λόγο, πώς διαμορφώνει και προβάλλει στελέχη που έχουν μια συγκεκριμένη προέλευση, παραπέμπει στην προέλευση που είναι πολύ διακριτή μέσα στο κόμμα και την Αριστερά γενικότερα. K. Γ. Το ερώτημα τώρα είναι όχι αν μπορούμε να διαχειριστούμε πολιτικά τη νίκη, διότι θα μπορέσουμε, αλλά τι καινούργιο μπορούμε να φέρουμε. Αυτό είναι το ζητούμενο. Τα της κοινωνικής πολιτικής νομίζω ότι θα τα διαχειριστούμε πολύ καλά, υπάρχουν γνώσεις, εμπειρίες κτλ. Έχουμε, όμως, μια συλλογική άποψη για το τι σημαίνει στην πράξη, στον 21ο αιώνα, κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς; Να ένα θεωρητικό θέμα που πρέπει να το μελετήσουμε, να το ανοίξουμε. Εδώ είναι και η μεγάλη πρόκληση. Ποια θέματα ανοίγεις και πώς τα ανοίγεις; Αυτά θα καθορίσουν το νέο.
Τα καθημερινά, λίγο ως πολύ θα προχωρήσουν και ελπίζουμε καλά, ορισμένα θα πάνε λίγο πιο αργά, άλλα πιο γρήγορα. Αλλά αφού ολοκληρώσει μια πορεία ο ΣΥΡΙΖΑ μηνών ή χρόνων ποιο θα είναι το ίχνος που θα έχει αφήσει; Το ένα θα είναι, προφανώς, κοινωνικοπολιτικό, αλλά θα υπάρχει κι άλλο ίχνος; Θα υπάρξουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες για να ωθήσουν και να ενθαρρύνουν τις κοινωνικές ομάδες να πειραματιστούν με νέα πράγματα; Αν υπάρξουν συλλογικότητες που θα θελήσουν να ανοίξουν νέα θέματα, οι κυβερνητικοί ή οι κομματικοί θα προσπαθήσουν να «μυριστούν» το καινούργιο ή θα νιώσουν ότι απειλούνται από αυτό και θα το αγνοήσουν; Αυτή, νομίζω, είναι η ουσία των θεμάτων που επιχειρείς να ανοίξεις.
Εντολή στον ΣΥΡΙΖΑ για να κυβερνήσει. Ναι, αλλά πώς;
Ντ. Β. Αυτό είναι το ρίσκο, δεδομένου ότι η κοινωνία, θα πει «θέλουμε ως κόμμα να μας κυβερνήσετε» και μάλιστα σε μια συγκυρία πάρα πολύ δύσκολη, όπου τα πράγματα εξελίσσονται πάρα πολύ γρήγορα. Δηλαδή, δεν είναι τόσο απλό να κάτσεις σε μια απόσταση και να συσκέπτεσαι για διάφορα θέματα. Η πολιτική δεν γίνεται ποτέ έτσι, πάντα προχωράς και στοχάζεσαι. Και μιλώντας γι’ αυτά, παίρνουμε υπόψη ότι αυτό το κόμμα που καλείται να κυβερνήσει σ’ αυτό το δύσκολο περιβάλλον, δεν έχει ακόμη προλάβει να συγκροτηθεί ως τέτοιο κόμμα από το 2012 έως το 2015.
Η κοινωνία λέει στον ΣΥΡΙΖΑ «θέλω να κυβερνήσεις», δίνοντάς του το προβάδισμα, ίσως και την αυτοδυναμία. Τίθεται όμως από κανέναν ως ερώτημα και το πώς θα κυβερνήσει;

Συναισθήματα πρωτόγνωρα, αλλά και ζητήματα, ερωτήματα πρωτόγνωρα για μια
αριστερά που προσεγγίζει την κυβερνητική εξουσία. Λίγες ώρες πριν τις
κάλπες της 25ης Ιανουαρίου, συζητούμε με την Ντίνα Βαΐου και τον Κώστα
Γαβρόγλου για τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα μπορούσαν να κάνουν μια
κυβέρνηση της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς να ξεχωρίζει
θετικά στα μάτια των πολλών, των λαϊκών τάξεων, αλλά και εκείνων που δεν
την ψήφισαν.
Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός για την Εποχή
Από τη Δευτέρα, με τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, μπαίνουμε σε περίοδο μεγάλων ελπίδων και υψηλών προσδοκιών σε ένα περιβάλλον όμως δυσκολιών. Ο ρόλος του κόμματος, επομένως, είναι κρίσιμος. Θα αποδειχθεί αποτελεσματικός; Κώστας Γαβρόγλου: Τώρα βλέπουμε τις επιπτώσεις που έχει το γεγονός ότι συγκροτήθηκε ένα κόμμα, μια συλλογικότητα, ουσιαστικά πολιτικής ενότητας, όχι ιδεολογικής και πολιτικής ενότητας. Καταλαβαίνουμε όχι μόνο τις θεωρητικές αδυναμίες αλλά και ότι η έλλειψη ενός σαφούς ιδεολογικού στίγματος δίνει τη θέση της σε μια συγκεχυμένη ιδεολογία ανθρωπισμού γενικότερα. Ντίνα Βαϊου: Έχω την εντύπωση ότι πέρα από την πολιτική ενότητα, που έχει μια κεντρική βαρύτητα στο πώς συγκροτήθηκε το κόμμα, υπάρχει και κάτι άλλο που διαπλέκεται μ’ αυτό και κυριαρχεί μέσα στον τρόπο με τον οποίο στήθηκε, μια συγκεκριμένη παράδοση της Αριστεράς η οποία είναι λίγο δεκτική στο κύριο θέμα της συζήτησής μας, δηλαδή τη σχέση κινημάτων, κόμματος, κυβέρνησης.
Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το κατεξοχήν κόμμα που έχει ενεργή σχέση με τα κινήματα, είναι υιοθετημένο, όπως έχει ειπωθεί, από τις πλατείες.
Ντ. Β. Αυτό ισχύει, αλλά είναι διαφορετικό. Πώς, όμως, συγκροτεί τον πολιτικό του λόγο, πώς διαμορφώνει και προβάλλει στελέχη που έχουν μια συγκεκριμένη προέλευση, παραπέμπει στην προέλευση που είναι πολύ διακριτή μέσα στο κόμμα και την Αριστερά γενικότερα. K. Γ. Το ερώτημα τώρα είναι όχι αν μπορούμε να διαχειριστούμε πολιτικά τη νίκη, διότι θα μπορέσουμε, αλλά τι καινούργιο μπορούμε να φέρουμε. Αυτό είναι το ζητούμενο. Τα της κοινωνικής πολιτικής νομίζω ότι θα τα διαχειριστούμε πολύ καλά, υπάρχουν γνώσεις, εμπειρίες κτλ. Έχουμε, όμως, μια συλλογική άποψη για το τι σημαίνει στην πράξη, στον 21ο αιώνα, κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς; Να ένα θεωρητικό θέμα που πρέπει να το μελετήσουμε, να το ανοίξουμε. Εδώ είναι και η μεγάλη πρόκληση. Ποια θέματα ανοίγεις και πώς τα ανοίγεις; Αυτά θα καθορίσουν το νέο.
Τα καθημερινά, λίγο ως πολύ θα προχωρήσουν και ελπίζουμε καλά, ορισμένα θα πάνε λίγο πιο αργά, άλλα πιο γρήγορα. Αλλά αφού ολοκληρώσει μια πορεία ο ΣΥΡΙΖΑ μηνών ή χρόνων ποιο θα είναι το ίχνος που θα έχει αφήσει; Το ένα θα είναι, προφανώς, κοινωνικοπολιτικό, αλλά θα υπάρχει κι άλλο ίχνος; Θα υπάρξουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες για να ωθήσουν και να ενθαρρύνουν τις κοινωνικές ομάδες να πειραματιστούν με νέα πράγματα; Αν υπάρξουν συλλογικότητες που θα θελήσουν να ανοίξουν νέα θέματα, οι κυβερνητικοί ή οι κομματικοί θα προσπαθήσουν να «μυριστούν» το καινούργιο ή θα νιώσουν ότι απειλούνται από αυτό και θα το αγνοήσουν; Αυτή, νομίζω, είναι η ουσία των θεμάτων που επιχειρείς να ανοίξεις.
Εντολή στον ΣΥΡΙΖΑ για να κυβερνήσει. Ναι, αλλά πώς;
Ντ. Β. Αυτό είναι το ρίσκο, δεδομένου ότι η κοινωνία, θα πει «θέλουμε ως κόμμα να μας κυβερνήσετε» και μάλιστα σε μια συγκυρία πάρα πολύ δύσκολη, όπου τα πράγματα εξελίσσονται πάρα πολύ γρήγορα. Δηλαδή, δεν είναι τόσο απλό να κάτσεις σε μια απόσταση και να συσκέπτεσαι για διάφορα θέματα. Η πολιτική δεν γίνεται ποτέ έτσι, πάντα προχωράς και στοχάζεσαι. Και μιλώντας γι’ αυτά, παίρνουμε υπόψη ότι αυτό το κόμμα που καλείται να κυβερνήσει σ’ αυτό το δύσκολο περιβάλλον, δεν έχει ακόμη προλάβει να συγκροτηθεί ως τέτοιο κόμμα από το 2012 έως το 2015.
Η κοινωνία λέει στον ΣΥΡΙΖΑ «θέλω να κυβερνήσεις», δίνοντάς του το προβάδισμα, ίσως και την αυτοδυναμία. Τίθεται όμως από κανέναν ως ερώτημα και το πώς θα κυβερνήσει;
















