Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Λάθος υπολογισμός συντάξεων για χιλιάδες ασφαλισμένους





Χωρίς συντάξεις παραμένουν χιλιάδες μηχανικοί, δικηγόροι, γιατροί και δημοσιογράφοι, που έχουν καταθέσει αίτηση συνταξιοδότησης από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά, καθώς, σύμφωνα με τον νόμο Κατρούγκαλου, για τις νέες μειωμένες παροχές, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου, προσαυξημένες με ένα ποσό που αντιστοιχεί στους κοινωνικούς πόρους που καταβάλλονταν εν είδει εισφορών έως το 2016. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, υπήρξαν τουλάχιστον 40 περιπτώσεις που οι κοινωνικοί πόροι δεν συνυπολογίστηκαν στις αρχικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να οδηγούν σε συντάξεις μειωμένες μεσοσταθμικά κατά 250 ευρώ, σε σχέση όχι με το προηγούμενο καθεστώς, αλλά με τις συντάξεις που βγαίνουν βάσει του νόμου Κατρούγκαλου. Το πρόβλημα διορθώθηκε καθώς οι αποφάσεις ανεκλήθησαν, όμως η καθυστέρηση παραμένει.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι υπηρεσίες που καλούνται να εκδώσουν συνταξιοδοτικές αποφάσεις των δικηγόρων και των λοιπών αυτοαπασχολουμένων του τέως ΕΤΑΑ, και μάλιστα απλές περιπτώσεις μηχανικών ή δικηγόρων, χωρίς παράλληλη ή διαδοχική ασφάλιση και χωρίς έμμισθη απασχόληση, όπου τα πράγματα είναι ακόμη πιο συγκεχυμένα.

Να σημειωθεί ότι η ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι ειδικά για τους ασφαλισμένους του πρώην ΕΤΑΑ και του πρώην ΕΤΑΠ-ΜΜΕ υπήρχαν έως το 2016 κοινωνικοί πόροι, που αποτελούσαν βασικό έσοδο στα Ταμεία, και υποκαθιστούσαν ασφαλιστικές εισφορές. Κάτι, που δημιούργησε πρόβλημα στον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών για την έκδοση του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης.

Και αυτό γιατί, βάσει του νόμου Κατρούγκαλου, που έχει μονίμως την τιμητική του, βρίσκεται όμως τελευταία στο προσκήνιο λόγω της επικείμενης απόφασης του ΣτΕ για τις εισφορές των μη μισθωτών, η σύνταξη αποτελείται από το άθροισμα δύο ποσών, δηλαδή της εθνικής (384 ευρώ για όσους έχουν συμπληρώσει 20 έτη ασφάλισης) και της ανταποδοτικής.

Για το σκέλος της ανταποδοτικής, βάσει του νόμου, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα που υπόκειται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου.

Από το 2002 όμως και για το διάστημα μέχρι το 2016, όταν στα Ταμεία εισέρρεαν κοινωνικοί πόροι, για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου προσαυξανόμενες με ένα «κατά κεφαλήν» ποσό που αντιστοιχεί στους κοινωνικούς πόρους.


Εάν αυτό το ποσό δεν προστεθεί στις συντάξιμες αποδοχές, τότε η σύνταξη για 40 χρόνια ασφάλισης δεν θα ξεπερνά τα 800 ευρώ μεικτά. Στον αντίποδα, εάν συνυπολογιστούν οι κατά κεφαλήν κοινωνικοί πόροι, αναπροσαρμοσμένοι με τον δείκτη τιμών καταναλωτή, η σύνταξη θα ήταν για ένα δικηγόρο κοντά στα 1.115 ευρώ, ήτοι αυξημένη κατά 315 ευρώ. Να σημειωθεί ότι στο Ταμείο Μηχανικών και πολύ περισσότερο των γιατρών, η προσαύξηση από τον συνυπολογισμό των κατά κεφαλήν κοινωνικών πόρων είναι μικρή, σε αντίθεση με το Ταμείο Νομικών που είναι σημαντικότερη, καθώς οι κοινωνικοί πόροι αφορούσαν έσοδα από εταιρικές συμβάσεις, χρηματικές ποινές, συμβολαιογραφικές πράξεις κ.λπ.

Σύμφωνα με ειδικούς, οι υπηρεσίες του ΕΦΚΑ δυσκολεύονται στον υπολογισμό της προσαύξησης με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, γεγονός που καθυστερεί ακόμη περισσότερο την έκδοση των συντάξεων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο ΤΣΜΕΔΕ, για παράδειγμα το 2002, το κατά κεφαλήν ποσό κοινωνικών πόρων που προστίθεται στον συντάξιμο μισθό, προσαρμοσμένο με βάση τον ΔΤΚ, είναι περίπου 250 ευρώ, το αντίστοιχο ποσό για το 2005 εκτιμάται σε περίπου 220 ευρώ, αυξάνεται σε 340 ευρώ το 2010 και μειώνεται δραματικά, στα περίπου 15 ευρώ το 2016.

Το πρόβλημα αναμένεται να το αντιμετωπίσουν οι υπηρεσίες του ΕΦΚΑ και κατά τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων των περίπου 200.000 ήδη συνταξιούχων του πρώην ΕΤΑΑ.

Κι όπως επισημαίνει μιλώντας στην «Κ» ο πρώην υπουργός Εργασίας και ειδικός στα θέματα κοινωνικής ασφάλισης Γιώργος Κουτρουμάνης, φαίνεται ότι οι μελλοντικές συντάξεις θα είναι για ορισμένες επαγγελματικές ομάδες σημαντικά μειωμένες σε σχέση με τις προηγούμενες, αγγίζοντας ακόμη και το -30%. Εάν εδώ συνυπολογιστεί το γεγονός ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε ποσοστό της τάξης του 80% ασφαλίζονται πλέον με εισόδημα 586 ευρώ τον μήνα, θα είναι σπάνιο για τις υπηρεσίες του ΕΦΚΑ να εκδίδουν συντάξεις με ποσά άνω των 800 ευρώ.

Επιπλέον, επισημαίνει ο κ. Κουτρουμάνης, τα δεκάδες ειδικά καθεστώτα και η πανσπερμία διατάξεων του παρελθόντος δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα, όπως αυτά που αντιμετωπίζουν οι ασφαλισμένοι σε Ταμεία που είχαν κοινωνικούς πόρους.

Βοήθημα σε όσους έχουν διπλή ασφάλιση

Στον «αέρα», βρίσκονται επίσης, χιλιάδες επαγγελματίες γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι που είχαν διπλή ασφάλιση, έχουν λάβει σύνταξη από το ένα Ταμείο, κυρίως το δημόσιο, και αναμένουν πλέον να κλείσουν τα 67 ώστε να συνταξιοδοτηθούν και από το δεύτερο Ταμείο στο οποίο είναι ασφαλισμένοι.

Η δεύτερη αυτή σύνταξη θα υπολογιστεί με βάσει τον νέο νόμο, τον νόμο Κατρούγκαλου, χωρίς όμως να υπολογιστεί ως άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής.

Οπως επισημαίνει ο κ. Κουτρουμάνης, εάν δεν δοθεί εθνική σύνταξη, τότε μόνο το σκέλος της ανταποδοτικής θα αντιστοιχεί σε... βοήθημα, παρότι έχουν καταβληθεί εισφορές για το σύνολο των ετών ασφάλισης.

Να σημειωθεί ότι στη θέση αυτή εκτιμάται ότι βρίσκονται τουλάχιστον 250.000 ασφαλισμένοι, όχι μόνο ελεύθεροι επαγγελματίες του πρώην ΕΤΑΑ (Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων) αλλά και χιλιάδες μισθωτοί του ΙΚΑ που είχαν και διπλή ασφάλιση στον ΟΑΕΕ (Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών).

Το πρόβλημα αφορά και τους ήδη συνταξιούχους με διπλές συντάξεις, καθώς ο επανυπολογισμός θα βγάλει σημαντικά μεγάλες προσωπικές διαφορές, εξαιτίας της αντιμετώπισης της δεύτερης σύνταξης ως «προσαύξησης».


Στα 460 ευρώ «βούλιαξε» η μέση νέα σύνταξη με τον νόμο Κατρούγκαλου


Στους 100 ασφαλισμένους που βγάζουν σύνταξη με τον νέο τρόπο υπολογισμού –είτε πρόκειται για σύνταξη γήρατος είτε για σύνταξη χηρείας ή αναπηρίας– μόλις 3 ή 4 καταφέρνουν να «σπάσουν» το φράγμα των 1.000 ευρώ τον μήνα, ενώ η μέση νέα σύνταξη με τον νέο τρόπο υπολογισμού έχει «βουλιάξει» στα 460 ευρώ. Το ΕΚΑΣ εξαφανίζεται στο τέλος του έτους αφήνοντας 370.000 «θύματα», ενώ το ποσοστό των συνταξιούχων με επικουρική σύνταξη κάτω των 200 ευρώ εκτοξεύτηκε από το 63% στο 72% μέσα σε δυόμισι χρόνια. Τα μερίσματα καταβαραθρώθηκαν, με το ποσοστό όσων εισπράττουν κάτω από 100 ευρώ τον μήνα να εκτοξεύεται στο 57% από περίπου 32% πριν ενεργοποιηθεί το 3ο μνημόνιο. Τι μένει για να ολοκληρωθεί η εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου; Η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, η οποία θα πολλαπλασιάσει τον αριθμό των «θυμάτων». Μέχρι τώρα, οι κύριες συντάξεις έχουν μειωθεί σε αυτά τα 2,5 χρόνια μόνο εξαιτίας της αύξησης των εισφορών υγείας και της μείωσης του αφορολογήτου. Η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς είναι που θα φέρει μειώσεις αποδοχών σε τουλάχιστον 1,8 εκατομμύριο συνταξιούχους, με τουλάχιστον ένα εκατομμύριο εξ αυτών να φτάνουν στο πλαφόν μείωσης του 18%.

Τα αποτελέσματα που επέφερε το 3ο μνημόνιο στα εισοδήματα από συντάξεις αποκαλύπτονται μέσα από τη σύγκριση των στοιχείων που δημοσιεύονται μέσω του συστήματος Ηλιος. Πώς άλλαξε η εικόνα από τον Ιούλιο του 2015 μέχρι σήμερα;

• Τον Φεβρουάριο του 2018 αποδόθηκαν περίπου 22.622 νέες συντάξεις –μεταξύ των οποίων και 6902 συντάξεις χηρείας– και προέκυψε μηνιαία δαπάνη της τάξεως των 10,4 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι η μέση σύνταξη ήταν μόλις 461 ευρώ. Τα αναλυτικά στοιχεία δείχνουν ότι ελάχιστοι από τους νέους συνταξιούχους κατάφεραν να σπάσουν το «φράγμα» των 1.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, από τις 22.622 νέες συντάξεις (γήρατος, αναπηρίας ή χηρείας) μόλις 740 άτομα κατάφεραν να πάρουν σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ, που αντιστοιχούν στο 4%. Η αντίστοιχη εικόνα τον Ιούλιο του 2015 ήταν σαφώς καλύτερη. Τον συγκεκριμένο μήνα, είχαν εκδοθεί 27.890 νέες συντάξεις, με τη δαπάνη να διαμορφώνεται στα 14,87 εκατ. ευρώ και τη μέση σύνταξη να ανέρχεται στα 533 ευρώ. Σε αυτό το διάστημα των 2,5 ετών –κατά το οποίο μεσολάβησε, βέβαια, η εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου– η μέση νέα σύνταξη έχει υποχωρήσει κατά 12,5%. Τον Ιούλιο του 2015, οι αποφάσεις έκδοσης νέων συντάξεων ύψους άνω των 1.000 ευρώ ήταν 1.552, δηλαδή διπλάσιες σε σχέση με τα δεδομένα του Φεβρουαρίου 2018.

• Οι επιπτώσεις από το «κούρεμα» των επικουρικών συντάξεων αποκαλύπτονται από τα ακόλουθα στοιχεία: Τον Ιούλιο του 2015, το ποσοστό όσων εισέπρατταν έως και 200 ευρώ τον μήνα έφτανε στο 63,4%, ενώ στο 36,6% των δικαιούχων επικουρικής οι μηνιαίες αποδοχές ξεπερνούσαν τα 200 ευρώ. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό όσων εισπράττουν κάτω από 200 ευρώ αυξήθηκε σε 71,53%, με το ποσοστό των εχόντων υψηλότερη σύνταξη να πέφτει από το 36,6% στο 28,47% μέσα σε μόλις 2,5 χρόνια. Οι επικουρικές «φιλοδωρήματα» των 100 ευρώ και κάτω αντιπροσωπεύουν, πλέον, 15,35% του συνόλου έναντι 13,8% που ήταν τον Ιούλιο του 2015. Σε απόλυτο αριθμό επικουρική σύνταξη εισπράττουν 1,234 εκατ. άτομα, εκ των οποίων 189.378 ζουν με λιγότερα από 100 ευρώ (από 168.278 που ήταν τον Ιούλιο του 2015) και 693.334 εισπράττουν 100-200 ευρώ (από 604.722 που ήταν τον Ιούλιο του 2015). Οι έχοντες επικουρική άνω των 200 ευρώ είναι, πλέον, 351.266 από 446.345 τον Ιούλιο του 2015.

• Στα μερίσματα –τα οποία εξακολουθούν να καταβάλλονται σε περισσότερους από 406.000 δικαιούχους– ήρθαν τα πάνω - κάτω. Το ποσοστό όσων εισπράττουν από 0 έως 100 ευρώ εκτοξεύτηκε από το 31,12% που ήταν τον Ιούλιο του 2015, στο 57,81% τον Φεβρουάριο του 2018. Αντίθετα, μειώθηκε το ποσοστό αυτών που έχουν μέρισμα από 100 έως 200 ευρώ από το 58,5% που ήταν στα μέσα του 2015, σε μόλις 37,12%. Οι έχοντες μέρισμα άνω των 200 ευρώ ήταν ούτως ή άλλως λίγοι (10,38% του συνόλου), αλλά το ποσοστό τους μειώθηκε περαιτέρω σε 5,07%. Από τους 406.000 που εισπράττουν μέρισμα, στην κλίμακα κάτω των 100 ευρώ βρίσκονται πλέον οι 234.827, ενώ οι 150.766 εισπράττουν από 100 έως 200 ευρώ.

• Στο ΕΚΑΣ, η σφαγή έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Μετά και την περικοπή του Ιανουαρίου, παρέμειναν 229.496 δικαιούχοι να εισπράττουν 35 ευρώ τον μήνα, όταν τον Ιούλιο του 2015 οι δικαιούχοι ήταν 371.976 με τη συντριπτική πλειονότητα αυτή (260.245) να εισπράττει το μέγιστο ποσό των 230 ευρώ τον μήνα. Μόνον από το ΕΚΑΣ –το οποίο θα καταργηθεί εντελώς από τον προσεχή Δεκέμβριο– οι συνταξιούχοι έχουν χάσει εισόδημα περίπου 64-65 εκατ. ευρώ σε μηνιαία βάση ή άνω των 700 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Από τον Δεκέμβριο, οπότε και θα ολοκληρωθεί η διαδικασία σταδιακής κατάργησης του ΕΚΑΣ, ο αριθμός των δυσαρεστημένων μόνον από αυτό το μέτρο θα έχει φτάσει στα 372.000 άτομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου