Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Ένα άγαλμα για την κρίση


Του Απόστολου Δεδουσόπουλου από την Εποχή  

Είναι μεγάλη τιμή για μένα να συμμετέχω με το μικρό αυτό κείμενο στην αποκάλυψη ενός γλυπτικού έργου που αποτυπώνει με έντονα ρεαλιστικά στοιχεία τη βιαιότητα με την οποία έπληξε και εξακολουθεί να πλήττει η κρίση τη χώρα μας και το λαό μας. Και, φυσικά, όχι μόνο τη δική μας χώρα. Η υψηλή εικαστική τέχνη – στο βαθμό που γνωρίζω χωρίς να είμαι ειδικός στο θέμα -, η γλυπτική και η ζωγραφική, δεν έχει ασχοληθεί με την ανεργία. Έχει αποτυπώσει έντονα, παραστατικά και συμβολικά, τον κόσμο της εργασίας, έχει δώσει έργα για τη φτώχεια, την αρρώστια, την τρέλα, την απελπισία, το θάνατο. Μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα, αλλά να μην το ακουμπά. Πώς μπορεί, άλλωστε, να απεικονιστεί η ανεργία παρά μέσω των συνεπειών της; Να σημειώσω ότι το μόνο αντίστοιχο γλυπτό για την ανεργία βρίσκεται στο μνημείο του Ρούζβελτ στην Ουάσινγκτον. Πέντε ανδρικές φιγούρες στέκονται στη γραμμή για την καθημερινή σούπα, υπόμνηση της Μεγάλης Κρίσης, αλλά και φόρος τιμής στο New Deal, τη «Νέα Συμφωνία», την υπόσχεση ότι η ανεργία και οι τραγικές της συνέπειες δεν θα πλέον είναι ανεκτές. Μια υπόσχεση που ξεχάστηκε με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Οι εικαστικές τέχνες στη δεκαετία του 1930 υπήρξαν πολύ φειδωλές στο δράμα της ανεργίας και των ανέργων – σε αντίθεση με τη φωτογραφία και, κυρίως, τη λογοτεχνία, τη μουσική και το τραγούδι. Οι πιο προσιτές στις μάζες μορφές τέχνης μοιάζουν να αντιπαρατίθενται θεματικά με την υψηλή εικαστική τέχνη, την τέχνη των συλλεκτών και των μουσείων.  
Δεν μάθαμε ν’ αντιμετωπίζουμε την ανεργία
Ως το τέλος του 19ου αιώνα οι έννοιες της μισθωτής εργασίας, της ανεργίας και της φτώχειας μένουν στενά συνυφασμένες και αποτυπώνονται μ’ έναν κοινό όρο: working poor. Ο όρος επανέρχεται σήμερα για να περιγράψει τους εργαζόμενους σε επισφαλείς, μειωμένου ωραρίου και προσωρινές θέσεις εργασίας, εγκλωβισμένους στην εργασιακή αστάθεια και στις αναπαραγόμενες συνθήκες φτώχειας. Όποιος θέλει να διαβάζει τις στατιστικές προσεκτικά κατανοεί ότι ο Τρίτος Κόσμος της υπανάπτυξης και της δομικής φτώχειας έχει μεταφερθεί στον παλαιά κραταιό Πρώτο Κόσμο, όχι εξαιτίας της μετανάστευσης, αλλά εξαιτίας της μαζικής και χρόνιας ανεργίας, της εργασιακής αστάθειας και της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους. Στην Ελλάδα ζήσαμε με την ανεργία σε διάφορες εποχές.
Ζήσαμε με την ανεργία, αλλά δε μάθαμε να την αντιμετωπίζουμε. Με κράτος και πολιτικές αδιάφορες και μυωπικές, αποθέσαμε τη διαχείριση των ανέργων σε παραδοσιακούς μηχανισμούς. Στην οικογένεια και στη μετανάστευση. Παρά τη σταθεροποίηση του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδα μεταξύ του 8 και του 11% σ’ όλη την περίοδο ως την έκρηξη που προκάλεσε η κρίση, καλλιεργήθηκε η καθησυχαστική εντύπωση ότι η ανεργία στην Ελλάδα ήταν φαινομενική: είτε οι άνεργοι ήταν απρόθυμοι να εργασθούν, μια άποψη ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, είτε ήταν αποτέλεσμα της ανεργίας των νέων και των γυναικών, δηλαδή ομάδων, των οποίων η ανεργία δεν είχε – πιο σωστά, θεωρούσαν ότι δεν είχε - σημαντικές κοινωνικές συνέπειες. Η ρητορική της ανεργίας των νέων και των γυναικών εμπέδωνε, ταυτοχρόνως, τον ιδιότυπο διαχωρισμό τους από την ομάδα των «κύριων» εργαζομένων, των breadwinners, των ώριμων και των ανδρών. Η ανεργία οφειλόταν στους ανέργους, τα θύματα εκλήφθηκαν ως θήτες. Οι προκαταλήψεις για την ανεργία οδήγησαν στην πολιτική έλλειψη προετοιμασίας μηχανισμών ικανών να την αντιμετωπίσουν. Αντιθέτως, από τη δεκαετία του 1980 ως σήμερα έχουμε τη διασπάθιση τεράστιων χρηματικών ποσών με μηδενικά αποτελέσματα: Η επιδότηση νέων θέσεων εργασίας επιδότησε τους εργοδότες και όχι τη δημιουργία νέων θέσεων, οι δαπάνες για την κατάρτιση κατέληξαν στη δημιουργία και εμπέδωση του λόμπι των ΙΕΚ και των ΚΕΚ και μιας πληθώρας προγραμμάτων που αντιμετώπιζαν την ανεργία των εκπαιδευτών, αλλά όχι των εκπαιδευομένων, οι δομές του ΟΑΕΔ παρέμειναν εξαιρετικά υποστελεχωμένες και αναποτελεσματικές, τα επιδόματα ανεργίας περιορισμένα και ανεπαρκή.  
Το έγκλημα δεν ήταν στιγμιαίο  
Και μετά ήρθε η κρίση. Το πώς δεν μας απασχολεί εδώ. Η κρίση στην Ελλάδα κτύπησε με βιαιότητα την ασθμαίνουσα παραγωγική δομή, επέτεινε την αποβιομηχάνισε, διέλυσε τον παραγωγικό ιστό. Διέλυσε ταυτόχρονα τις εργασιακές σχέσεις, τις ζωές εργαζομένων και ανέργων, ενέτεινε τις ανισότητες, όξυνε τους αποκλεισμούς, οδήγησε στην φτώχεια μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, προκάλεσε μαζική κατάθλιψη και αύξησε δραματικά τις αυτοκτονίες. Οι ανεπάρκειες των μηχανισμών αντιμετώπισης των συνεπειών της ανεργίας, οι ανεπάρκειες ενός υποτυπώδους και αναποτελεσματικού κράτους προνοίας εκδηλώθηκαν πλήρως. Το έγκλημα δεν ήταν στιγμιαίο. Σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από τους σχεδιαστές και εκτελεστές της οικονομικής πολιτικής, από τους σχεδιαστές και εκτελεστές των πολιτικών απασχόλησης δεκαετίες τώρα. Για λόγους αδιαφορίας, άγνοιας ή με σκοπό, αδιάφορο. Στο άγαλμα που βλέπουμε ο έντρομος άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα δείκτη που καταρρέει. Ένα δείκτη που συμβολίζει την παραγωγή, την ευημερία, το οικογενειακό εισόδημα, τη ζωή εν τέλει. Και τα συστήματα προστασίας – λαβές συγκράτησης, εξοπλισμός προστασίας, «μαξιλαράκια» - απλώς δεν υπάρχουν.
 
* Ο Απόστολος Δεδουσόπουλος είναι καθηγητής του τμήματος Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου πανεπιστημίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου