Μετά
από δυόμιση χρόνια μνημονιακής πολιτικής είναι φανερό ότι ο χώρος
προσλαμβάνει κεντρική θέση σε όλες σχεδόν τις διαστάσεις των
κοινωνικο-οικονομικών αναδιαρθρώσεων στη χώρα. Δημόσια και ιδιωτική
ακίνητη περιουσία, ακόμα και σε προστατευόμενες περιοχές, συνιστούν
αδιακρίτως αντικείμενα προς εκμετάλλευση άνευ όρων, μέσα από διαδικασίες
εντεινόμενης κερδοσκοπίας. Αντίστοιχα, κεντρική θέση έχει ο χώρος και
στη ρητορική για την υπέρβαση της κρίσης: ως πηγή άντλησης εσόδων για
την αποπληρωμή του χρέους και ως ένας από τους βασικότερους
αναπτυξιακούς συντελεστές για την ενεργοποίηση του real estate και του
κατασκευαστικού τομέα.
Υποβαθμίζεται ωστόσο σκόπιμα το γεγονός ότι η ίδια η κρίση είναι
άρρηκτα συνδεδεμένη με τις διαδικασίες παραγωγής χώρου που ακολουθήθηκαν
τις τελευταίες δεκαετίες σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Η
κωδικοποίηση αυτής της προσέγγισης αντανακλάται σε μια σειρά πρόσφατων
θεσμικών αλλαγών με βασικό άξονα την απορρύθμιση του χώρου και με
επιστέγασμα αυτή καθαυτή την απόπειρα μεταρρύθμισης του συστήματος
χωρικού σχεδιασμού.
Νέο θεσμικό πλαίσιο στο βωμό των ύψιστων εθνικών στόχων
Οι αλλαγές που προωθούνται τελευταία στην πολιτική για το χώρο δεν
εμφανίστηκαν ως κεραυνός εν αιθρία. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του
’90, συμβαίνουν σημαντικοί μετασχηματισμοί στο κατασκευαστικό και
κτηματομεσιτικό κεφάλαιο, σε άμεση συνάρτηση με την αθρόα εισροή πόρων
για έργα υποδομής από τα ευρωπαϊκά ταμεία και για την προετοιμασία των
Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Πάνω σε ένα νεοφιλελεύθερο πρότυπο
ανάπτυξης, το κράτος αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για να διευκολύνει την
εκμετάλλευση της γης από το μεγάλο κεφάλαιο, π.χ. με αλλαγές στο
φορολογικό σύστημα, με δημιουργία νέων μορφών συνεργασίας μεταξύ
δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην ανάπτυξη ακινήτων και στην κατασκευή
υποδομών, καθώς και με αναδιαμόρφωση του πλαισίου για τις
κατασκευαστικές εταιρείες. Για την κατοχύρωση μάλιστα των επενδύσεων σε
γη και οικοδομή προωθούνται κατεπείγουσες ή κατά παρέκκλιση διαδικασίες
που παρακάμπτουν ή ακυρώνουν το υφιστάμενο πλαίσιο σχεδιασμού.
Με το ξέσπασμα της κρίσης το 2010 οι διαδικασίες αυτές όχι μόνο
διευρύνονται αλλά και επιταχύνονται. Η ρητορική παραμένει η ίδια: πρέπει
να ξεπεραστεί η «γραφειοκρατία» και η «διαφθορά» και ταυτόχρονα πρέπει
να ενισχυθεί η «ανταγωνιστικότητα» και η «επιχειρηματικότητα». Μόνο που
τώρα όλα αυτά αρθρώνονται γύρω από την «αποπληρωμή του χρέους» και την
επαγγελία της «ανάπτυξης» και της δημιουργίας θέσεων εργασίας που
προβάλλονται ως ύψιστοι εθνικοί στόχοι, δικαιολογούν κάθε είδους θεσμική
αναπροσαρμογή και επιτρέπουν την άμεση παρέμβαση της τρόικας και των
εγχώριων και διεθνών οικονομικών συμφερόντων στο σύστημα ρύθμισης του
χώρου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τους τελευταίους μήνες έχει αλλάξει ριζικά
το τοπίο χωρικής πολιτικής, με ένα πλήθος νόμων και διατάξεων που, με
αμιγώς οικονομικά κριτήρια, θέτουν νέα δεδομένα για την ανάπτυξη της
δημόσιας περιουσίας (ν. 3986/2011 με τη πρόσφατη τροποποίησή του, ν.
4062/2012), τις στρατηγικές επενδύσεις (ν. 3894/2010, ν. 3982/2011, ν.
4072/2012), τις διαδικασίες και τους όρους δόμησης (ν. 4067/2012, ν.
4030/2011), την περιβαλλοντική προστασία (π.χ. ν. 3818/2010, ν.
3937/2011 κ.ά.), την αυθαίρετη δόμηση (ν. 3843/2010, ν. 4014/2011) και
την ατομική ιδιοκτησία (ν. 4021/2011 κλπ). Έχει σημειωθεί -και
συνεχίζεται με αμείωτη ένταση- ένας καταιγισμός από νέες ρυθμίσεις για
το χώρο με τη μορφή νομοσχεδίων και αλλεπάλληλων τροπολογιών, χωρίς
καμία σε βάθος τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς τους και χωρίς καμία
ουσιαστική διαβούλευση. Πρόκειται για μία διαδικασία που χαρακτηρίζεται
από σοβαρές παλινωδίες και αντιφάσεις, από πληθώρα φωτογραφικών
διατάξεων (π.χ. ο ν. 4042/2012), από απουσία αναπτυξιακής στρατηγικής,
αλλά κυρίως από έλλειμμα κοινωνικού ελέγχου και δημοκρατικότητας.
Λιγότερο κράτος, νέες δομές λήψης αποφάσεων και μεγάλες επενδύσεις








