του Δ. Πετρόπουλου από εδώ
Οι επιπτώσεις πέντε ετών μνημονιακών πολιτικών και της εσωτερικής υποτίμησης σε βάρος των εργαζόμενων τάξεων έχουν ήδη παράξει τα πρώτα συντριπτικά αποτελέσματα σε βάρος τους. Βασικά τους συστατικά η πλήρης αναίρεση του προηγούμενου νεοφιλελεύθερου παραδείγματος και των όψεων κοινωνικών συμβολαίων – συμβιβασμών που διατηρούσε, η διαμόρφωση ενός νέου σημείου ισορροπίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας σε χαμηλότερο επίπεδο για τους εργαζόμενους σε ολόκληρο το φάσμα (μισθός, κοινωνικός μισθός, ασφάλιση, δικαιώματα, οργάνωση, φορολογία), η εμπέδωση και ενίσχυση του νεοφιλελευθερισμού.
Οι δυνάμεις της εργασίας δέχτηκαν τη μνημονιακή περίοδο συντριπτικό πλήγμα σε όλα τα επίπεδα. Οι επιπτώσεις της επίθεσης του κεφαλαίου πάνω στην εργατική τάξη και τα αποτελέσματα που αυτή παράγει ευθύνονται κυρίως για την υποχώρηση των κοινωνικών - ταξικών αγώνων και δευτερευόντως οι χειρισμοί της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.
Σημαντικότερα στοιχεία της:
- Η εκτόξευση της ανεργίας (σε σταθερά ποσοστά της τάξης του 30%)
- Η μείωση των ονομαστικών μισθών κατά 16% και της αγοραστικής δύναμης κατά 36%
- Η μείωση των κατώτατων μισθών
- Η αύξηση του εργάσιμου χρόνου
- Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων
- Η ασφαλιστική αντιμεταρρύθμιση η οποία είναι σε εξέλιξη
Η υπογραφή του 3ου μνημονίου και η εφαρμογή των προαπαιτουμένων του από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει και επιτείνει την επίθεση.
Η στρατηγική που ακολουθείται που ακολουθείται διατηρεί αντιφάσεις έχει όμως εσωτερική συνοχή. Ο στόχος της είναι σαφής, να μειώσει τα εξωτερικά ελλείμματα με τη μείωση της κατανάλωσης και να αυξήσει το ποσοστό κέρδους αυξάνοντας κατ αρχήν το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας. Η κεντρική παράμετρος αυτής της στρατηγικής είναι η μείωση του εργατικού κόστους και η εμπέδωση μίας πιο αυστηρής εργασιακής πειθαρχίας στους εργασιακούς χώρους και την διεύρυνση της σε όλες τις μονάδες παραγωγής.
Τα παραπάνω παράγουν ως επιταχυνόμενα αποτελέσματα την εξατομίκευση και την αποδιάρθρωση συλλογικών πρακτικών (ήδη είναι ορατή παντού η μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας). Η αδυναμία απάντησης, έστω και ανάσχεσης, της επίθεσης από πλευράς εργατικού κινήματος κινδυνεύει να αποκτήσει στρατηγικά χαρακτηριστικά (απανωτές ήττες)
Η πρώτη διετία 2010-2012 αποτέλεσε μια μοναδική περίοδο ανάτασης των κοινωνικών (και του εργατικού) κινημάτων. Προέκυψαν μεγάλοι αλλά ασυντόνιστοι αγώνες που τη δυναμική τους την αντλούσαν από την προηγούμενη περίοδο νεοφιλελεύθερης διαχείρισης που διατηρούσε όψεις συμβιβασμών. Για το λόγο αυτό και σε επίπεδο εργατικών αγώνων διακρίνονταν από τη μαχητικότητα τους κυρίως ανά κλάδο ή χώρο (συγκοινωνίες, δημόσιο, καθηγητές, γιατροί, ΟΤΑ, πανεπιστήμια, χαλυβουργία, εργοστάσια που έκλειναν κλπ) με αποτέλεσμα να αδυνατούν να απαντήσουν στη συνολικότητα της επίθεσης, αλλά και στην αναίρεση κάθε δυνατότητας συμβιβασμού εντός του μνημονιακού πλαισίου.
Η εμπέδωση της αστικής στρατηγικής της βίαιης αναδιάρθρωσης και της εσωτερικής υποτίμησης μεταβάλλει το συσχετισμό δυνάμεων, γεγονός που αντανακλά και στο ιδεολογικό πεδίο με την ένταση της εξατομίκευσης και της ηττοπάθειας και δυσχεραίνει τους όρους ανάπτυξης κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων. Οι αγώνες της προηγούμενης περιόδου, ακόμη και όταν πήραν ιδιαίτερα μαζικά και ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, ενέτειναν την αστάθεια αλλά δεν κατόρθωσαν να σηματοδοτήσουν μία συνολικότερη κρίση του πολιτικού συστήματος ούτε και να ανακόψουν πτυχές της ασκούμενης πολιτικής, έστω και σε επιμέρους κλάδους. Σήμερα, οι κοινωνικοί αγώνες βρίσκονται σε ύφεση, εμφανίζονται κατακερματισμένα και αποσπασματικά, χωρίς να κατορθώνουν να ενοποιούνται και να επάγουν ευρύτερες πολιτικές πιέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι όσο οι κοινωνικοί αγώνες δε συγκλίνουν σε ένα συνολικό κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο στη βάση μιας εναλλακτικής πολιτικής διεξόδου από την κρίση, δε θα κατορθώνουν να αποκρυσταλλώνουν ευρύτερα πολιτικά αποτελέσματα αλλά ούτε και να αποσπούν επιμέρους νίκες. Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται ακόμα πιο φανερό ότι το ζήτημα του αριστερού κοινωνικοπολιτικού μετώπου και των συγκεκριμένων βημάτων για τη συγκρότησή του έχει κεντρική σημασία.















