Δύο μέλη της Παναττικής Ενωσης
Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού παραθέτουν στοιχεία για το στήσιμο
των διαγωνισμών και για την εργασιακή γαλέρα.
Υπάρχουν κάποιοι εργαζόμενοι
που έζησαν ένα Μνημόνιο πριν καν αυτό εγκαθιδρυθεί από την τρόικα. Αυτοί
οι εργαζόμενοι, στις υπηρεσίες φύλαξης, καθαριότητας και σίτισης,
αλλοδαποί και Ελληνες, ζουν τα τελευταία 5 χρόνια, σχεδόν αδιαμαρτύρητα,
ένα δεύτερο, πιο επώδυνο καθεστώς απόλυτης εργασιακής εκμετάλλευσης.
Θύματα ενός πάρτι εργολαβικών εταιρειών, που μετατρέπονται σε μικρούς
ιδιωτικούς ΟΑΕΔ, βιώνουν καθημερινά την απόφαση του κράτους να
παραχωρήσει στους ιδιώτες σημαντικούς τομείς, στερώντας τα δημόσια
κτίρια από μόνιμους ή συμβασιούχους εργαζόμενους. Με τη σκέψη σε αυτούς,
η «Εφ.Συν.» ανοίγει σήμερα τον φάκελο των εργολαβικών εταιρειών
καθαρισμού και σίτισης σε δημόσιους οργανισμούς.
Συζητήσαμε με εργαζόμενους σε διάφορες εταιρείες, διαβάσαμε νόμους
και περάσαμε ώρες στο χάος της «Διαύγειας» αντλώντας στοιχεία που
χαρτογραφούν ένα τοπίο άκρως κοστοβόρο και όχι απλώς σκοτεινό, αλλά βαθύ
μαύρο.
Εργολάβοι που δεν διστάζουν, όταν καλούνται να μειώσουν τα υπερκέρδη
τους, να χρησιμοποιούν εικονικές συμβάσεις, ψεύτικες βεβαιώσεις,
«κλωνοποίηση» εργαζομένων, απειλές και όχι σπάνια σωματική βία.
Αδιαφανείς διαδικασίες στις προκηρύξεις και στις αναθέσεις μέχρι που
λίγο διάστημα μετά αποκαλύπτεται συνήθως κάποιος βολικός κυβερνητικός
παράγοντας, μια ειδική τροπολογία, ένα έγκυρο ΜΜΕ και πρόθυμα διοικητικά
συμβούλια που βοήθησαν στην ανάληψη ακριβοπληρωμένων έργων. Εργαζόμενοι
θυμωμένοι αλλά φοβισμένοι, απλήρωτοι και ανασφάλιστοι.
Τα καρτέλ των εργολάβων ξεφύτρωσαν μεν στο μεταπολεμικό τοπίο, αλλά
οι πρώτοι μεγάλοι εργολάβοι στον καθαρισμό και τη σίτιση πρωτομπήκαν
στις ΔΕΚΟ τη δεκαετία του '80. Eξαπλώθηκαν στο Δημόσιο την εποχή της
πρώτης διακυβέρνησης Σημίτη, στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Ακόμα και κατά τη διάρκεια των τελευταίων υφεσιακών χρόνων οι
εταιρείες καθαρισμού, σίτισης και φύλαξης συνέχισαν να κλείνουν δουλειές
με το Δημόσιο, να διατηρούν εν μέσω κρίσης, ακόμα και να επεκτείνουν
τον κύκλο εργασιών τους, αυξάνοντας πολλές φορές τα κέρδη τους.
Διαγωνισμοί στημένοι με εταιρείες «λαγούς», διαγωνισμοί φωτογραφικοί και
απευθείας αναθέσεις σφίγγουν τη στρόφιγγα για όποια επιχειρηματική
στόχευση όσων δεν είναι στα κόλπα.
Το δουλεμπόριο, που απασχόλησε το σύνολο του γραπτού και ηλεκτρονικού
Τύπου το 2009, μετά το βιτριόλι στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, έγινε πια ο
κανόνας. Οι εταιρείες αυτές, οι οποίες παλαιότερα, με βάση έρευνες,
προσέλκυαν σχεδόν αποκλειστικά ξένους εργάτες, αποτέλεσαν τα τελευταία
χρόνια ένα από τα ύστατα καταφύγια πολλών ανέργων της κρίσης, Ελλήνων
και αλλοδαπών. Το κράτος όχι μόνο δεν κυνήγησε αυτές τις εταιρείες,
καθώς ήταν από τις λίγες που έδιναν υποτυπώδεις μισθούς, αλλά στην ουσία
απονέκρωσε τους ήδη προβληματικούς μηχανισμούς ελέγχου.
Οι επώνυμες καταγγελίες μειώθηκαν, τα δημοσιεύματα αραίωσαν, ο φόβος
αυξήθηκε, το φαινόμενο της απλήρωτης, ενίοτε μαύρης και ανασφάλιστης
εργασίας νομιμοποιήθηκε στη συνείδηση των εργαζομένων, την ώρα που οι
εργολάβοι επικαλούνται τη μη ομαλή εκταμίευση ποσών από το κράτος. Ομως
όπως όλα τα ταγκό, έτσι κι αυτό χρειάζεται δύο παρτενέρ: τον πελάτη και
την εταιρεία. Μόνο που αυτός ο πελάτης είναι πολύ συχνά (και) το
Δημόσιο!
Μιλούν οι ειδικοί